• ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Μουσική

    Σαν μουσική που σβήνει μακριά τα θερινά μεσάνυχτα
    κι ανοίγεις το παράθυρό σου, για να την σώσεις μες στης μνήμης τη ζωή,
    έτσι τα μάτια της χάθηκαν να φωτίζουν μιαν άλλη νύχτα,
    και δεν έχουν τα πράγματα την ίδια μουσική.
    Πώς φεύγει μια αγαπημένη ψυχή
    κι αδειάζουν οι δρόμοι και τα σπίτια,
    πώς χαιρετά το σώμα μια ψυχή την ώρα που έχουν οι άγγελοι χαθεί,
    σαν μουσική σβησμένη κι η δική της η φωνή.
    Μην την πήρεν η άνοιξη των λουλουδιών;
    Μην την πήρε της πεταλούδας το πέταγμα;
    Αν υπήρχεν άνεμος,
    θα τραγουδούσε το δικό της καημό στα δέντρα,
    αν υπήρχαν παιδικά σύννεφα,
    θα τραγουδούσαν την ομορφιά της στις στέρνες τής Αρεόπολης
    κι αν υπήρχαν παιδικά μαγαζιά,
    θ’ αγοράζαμε παιδικά παράθυρα να κοιτάζουμε τον κόσμο.
    Εμείς δεν είχαμε σπίτια,
    πουλιά λαβωμένα χωρίς ουρανό!

    Νέα Πορεία. Τεύχη 5-6. Ιούλιος-Αύγουστος 1955

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Το στάχυ

    Νομίζω πως όλα έχουν αίσθηση
    κι αυτό το ξερό αστάχυ ως το αγγίζω
    θαρρώ ότι ακούω μιαν απόκρισή του σκοτεινή
    μέσα από τη ρίζα του τη γεμάτη μάτια πράσινα.

    Το κοιτώ και συλλογίζομαι πόσο είναι αυτό το στάχυ τόσο ανθεκτικό
    στην πέτρα την άγρια φυτρωμένο
    κι ας τό ‘δειρε ο βοριάς κι ας ντύθηκε του χιονιού το βάρος.
    Αισθάνομαι να μ’ απαντά, να μου μιλά
    για την άνοιξή μου την παντοτινή και την ουράνια.

    Νέα Εστία. Τεύχος 932. 1 Μαΐου 1966

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Η καλύβα μου

    Είμαι μια έρημος που ονειρεύεται νερό,
    θροΐσματα καλαμιώνων,
    να κόβω καλάμια ή σπάρτα,
    να πλέκω την καλύβα μου,
    δέντρα να σχεδιάζω,
    για νά ‘ρχεται το λελέκι
    στο φούντωμα της άνοιξης
    και να καταδέχεται
    στο καυτό έδαφος των φιδιών
    να γράφει τη σκιά του.

    Νέα Εστία. Τεύχος 913. 15 Ιουλίου 1965

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Εύθυμη πολιτεία

    Δεν έχει οχυρά η πολιτεία αυτή που ήρθα, ούτε φρουρούς
    γιατί πιστεύει στη χαρά και την ευθυμία.
    Δεν έχει επάλξεις,
    αφού οι πολίτες πιστεύουν στην εσωτερική, τη χαρούμενή τους διάθεση.
    Τα παλιά της οχυρωματικά έργα τα παμπάλαια
    είναι θαμμένα βαθιά μέσα στα χώματά της,
    όπου πάνω τους τώρα πρασινίζουν τα στάχυα της
    κι΄ ανθοβολούν, ευωδιάζουν και καρποφορούν τα περιβόλια της.

    Από τη συλλογή «Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι» (1981)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Πολεμική διήγηση

    Στ’ αναμμένο τζάκι, στης φλόγας το τριζοβόλημα
    μας έλεγε ο παππούς μας,
    όπως έσειε ο αγέρας τα πορτόφυλλα,
    ως ανέμιζαν οι κουρτίνες με διάκριση και γέμιζε το δωμάτιο σκιές,
    μας έλεγε ο παππούς,
    ότι ήταν κάποτε μια νύχτα,
    μέχρι τη μέση βρεγμένος μέσα στο νερό στα χαρακώματα,
    όλοι ήταν μέσα στο νερό κι άστραφτε, άστραφτε, άστραφτε
    κι οι πυροβολητές πίσω τους διόρθωναν στο φως τής αστραπής,
    το στόχαστρο στα πυροβόλα τους.
    Κι έλεγε πάλι ο παππούς
    πως κάποιο πρωινό βρέθηκαν σ’ ένα κάμπο, σ’ ένα λιβάδι από λουλούδια
    τόσα πολλά που τους γέμισε με το χέρι του το αγέρι την κεφαλή,
    το σώμα τους μ’ ολόκληρα στεφάνια από λουλούδια,
    έτσι που σαν οι πολέμιοι τους είδαν όλους στεφανωμένους,
    στολισμένους όλους με τ’ ωραίο, το αποφασιστικό θάρρος τού Θανάτου,
    έφυγαν, έφυγαν.
    Μας διηγιόταν ο παππούς και η φλόγα στο τζάκι, οι σκιές στους τοίχους
    κι εκείνες θαρρείς άκουγαν, η φλόγα, οι σκιές άκουγαν και γελούσαν.

    Από τη συλλογή «Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι» (1981)

  • ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
  • Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Στέλιο Λουκά (1996)

    Συνέντευξη του Σαράντου Παυλέα στον δημοσιογράφο Στέλιο Λουκά.

    Ο Παλαμάς, τα χρόνια της κατοχής, η Ποίηση σαν μουσικός παλμός του σύμπαντος, ο Θεός ως απόλυτη ύπαρξη, άναρχη, ατελεύτητη στην οποία μετέχουν οι άνθρωποι, το πάθος για την ελευθερία και η Αγάπη ως λύτρωση.

    Η Συνέντευξη δόθηκε για την εκπομπή «…και η γλώσσα είναι πατρίδα» στην TV100 το 1996.

  • ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
  • Ανάμνηση Σαράντου Παυλέα

    Σαν σήμερα, Παρασκευή πρωί, στις 15 Ιουλίου 2005, αναχώρησε γεμάτος γύρη μιας Νέας Γέννησης, ο Ποιητής και Δάσκαλος Σαράντος Παυλέας για ν’ αντικρίσει τις Πύλες των Ήλιων, ισόθεος, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο ίδιος στο ποίημά του

    «γεμάτοι γύρη γέννησης
    αντικρίζαμε τις Πύλες των Ήλιων,
    ισόθεοι
    ……………………………………………………………..
    και οι ρίζες έστελναν
    καινούρια φύλλα και κλαδιά και άνθη
    στα δέντρα των Ήλιων».

    Ακολουθεί μια σχολική ανάμνηση με τον Σαράντο Παυλέα, όπως την περιγράφει ο Kαθηγητής του τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Γιώργος Κεχαγιόγλου (απόσπασμα από το βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί και θα αναφέρεται στον Ποιητή και Δάσκαλο Σαράντο Παυλέα με συνεντεύξεις από μαθητές του)[…]

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Χωρίς αργυρογνώμονες

    Θέλαμε λοιπόν δε θέλαμε, θα κατεβαίναμε στην αγορά
    και θα πουλούσαμε δικά μας ή αγορασμένα ψέματα·
    πολλά, δυο και τρεις και τέσσερες φορές ψέματα,
    γιατί δεν ήταν μόνο δικά μας, μα και υποβολιμαία
    και απαραίτητα να στηρίζουν τον κεντρικό κορμό της εξουσίας·
    μάλιστα, δεν τα πουλούσαμε ψυχρά,
    παρά γινόμασταν θεατρίνοι
    και τα διαφημίζαμε με ζωηρή θερμότητα,
    τόσο που κι εμείς τα πιστεύαμε·
    έτσι περικυκλωμένοι γύρω μας,
    εμπρός και πίσω μας με ψεύδη
    πώς ν’ ακούσουμε την καθαρή, την αίθρια τη φωτεινή,
    της εσωτερικής αλήθειας τη φωνή
    αφού τόσο πολύ την είχαμε σκεπάσει και κατασκοτεινιάσει;
    Έτσι διώχναμε κάθε φως και έλεγχο στην αγορά
    και κάθε καθαρόν αργυρογνώμονα.
    Μα και αν υπήρχε και κανένας αργυρογνώμονας
    την καλή και την ξάστερη ακοή και την όψη,
    του γνήσιου του νομίσματος,
    θελητά και αθέλητα
    θα την είχε παντελώς απολησμονήσει.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Απολογία

    Κάποτε κάθε πρωί, πολύ πρωί και κάθε βράδυ
    ταξίδευα με το λεωφορείο τής γραμμής
    και συνήθιζα να βλέπω να φεύγουν
    γοργά τα δέντρα
    μέσα στο παγωμένο κρύο,
    τη βροχή και τον αγέρα,
    στην αιθρία και τη ζέστα
    ν’ ανθίζουν ή να φυλλορροούν
    τα μεγάλα μονάζοντα στην πεδιάδα δέντρα,
    να γυμνώνονται και να παρουσιάζουν
    των πουλιών τις κρυβόμενες φωλιές τους·
    κάποτε συνέχεια κυλούσα κι εγώ
    σ’ εκείνο τον πατρικό κάμπο,
    όπου τα ποτάμια μας πήγαιναν κι’ ένωναν
    την αναπνοή της ροής τους μέσα στην άσπρη θάλασσα.
    Κάποτε δυσκόλευα τις δυσκολίες μου κι ήμουν ένοχος·
    κάποτε εργαζόμουν για να ξυπνάω στους άλλους,
    άγρυπνο το προνόμιο της επιμέλειας
    και την αγάπη τής εργασίας και της έρευνας
    και της γόνιμης αλήθειας στην ολοφώτιστη υπερηφάνεια.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Χρυσοί μέδιμνοι

    Κόψαμε τα δάχτυλα από τα χέρια των αντιπάλων μας ναυτικών,
    για να μην έχουν την ικανότητα να πιάνουν τα κουπιά
    να μην τους υπερασπίζονται τα δάχτυλά τους
    και να τους βεβαιώνουν ότι κρατούν αυτά που δέχονται·
    κι ήταν πιο σκληρό από του Κυρίου Αννίβα του Καρχηδόνιου
    το λαφυραγωγικό εγχείρημα,
    να κόψει δηλαδή τα δάχτυλα
    που τα στόλιζαν τα δαχτυλίδια των 40 χιλιάδων Ρωμαίων,
    όταν σκοτώθηκαν στη μάχη των Καννών,
    προσφέροντας έτσι στην απηνή κυβέρνηση των Καρχηδονίων εμπόρων
    αρκετές, πολλές δεκάδες μέδιμνους χρυσού.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)