• ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
  • Ανάμνηση Σαράντου Παυλέα

    Σαν σήμερα, Παρασκευή πρωί, στις 15 Ιουλίου 2005, αναχώρησε γεμάτος γύρη μιας Νέας Γέννησης, ο Ποιητής και Δάσκαλος Σαράντος Παυλέας για ν’ αντικρίσει τις Πύλες των Ήλιων, ισόθεος, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο ίδιος στο ποίημά του

    «γεμάτοι γύρη γέννησης
    αντικρίζαμε τις Πύλες των Ήλιων,
    ισόθεοι
    ……………………………………………………………..
    και οι ρίζες έστελναν
    καινούρια φύλλα και κλαδιά και άνθη
    στα δέντρα των Ήλιων».

    Ακολουθεί μια σχολική ανάμνηση με τον Σαράντο Παυλέα, όπως την περιγράφει ο Kαθηγητής του τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Γιώργος Κεχαγιόγλου (απόσπασμα από το βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί και θα αναφέρεται στον Ποιητή και Δάσκαλο Σαράντο Παυλέα με συνεντεύξεις από μαθητές του)[…]

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Χωρίς αργυρογνώμονες

    Θέλαμε λοιπόν δε θέλαμε, θα κατεβαίναμε στην αγορά
    και θα πουλούσαμε δικά μας ή αγορασμένα ψέματα·
    πολλά, δυο και τρεις και τέσσερες φορές ψέματα,
    γιατί δεν ήταν μόνο δικά μας, μα και υποβολιμαία
    και απαραίτητα να στηρίζουν τον κεντρικό κορμό της εξουσίας·
    μάλιστα, δεν τα πουλούσαμε ψυχρά,
    παρά γινόμασταν θεατρίνοι
    και τα διαφημίζαμε με ζωηρή θερμότητα,
    τόσο που κι εμείς τα πιστεύαμε·
    έτσι περικυκλωμένοι γύρω μας,
    εμπρός και πίσω μας με ψεύδη
    πώς ν’ ακούσουμε την καθαρή, την αίθρια τη φωτεινή,
    της εσωτερικής αλήθειας τη φωνή
    αφού τόσο πολύ την είχαμε σκεπάσει και κατασκοτεινιάσει;
    Έτσι διώχναμε κάθε φως και έλεγχο στην αγορά
    και κάθε καθαρόν αργυρογνώμονα.
    Μα και αν υπήρχε και κανένας αργυρογνώμονας
    την καλή και την ξάστερη ακοή και την όψη,
    του γνήσιου του νομίσματος,
    θελητά και αθέλητα
    θα την είχε παντελώς απολησμονήσει.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Απολογία

    Κάποτε κάθε πρωί, πολύ πρωί και κάθε βράδυ
    ταξίδευα με το λεωφορείο τής γραμμής
    και συνήθιζα να βλέπω να φεύγουν
    γοργά τα δέντρα
    μέσα στο παγωμένο κρύο,
    τη βροχή και τον αγέρα,
    στην αιθρία και τη ζέστα
    ν’ ανθίζουν ή να φυλλορροούν
    τα μεγάλα μονάζοντα στην πεδιάδα δέντρα,
    να γυμνώνονται και να παρουσιάζουν
    των πουλιών τις κρυβόμενες φωλιές τους·
    κάποτε συνέχεια κυλούσα κι εγώ
    σ’ εκείνο τον πατρικό κάμπο,
    όπου τα ποτάμια μας πήγαιναν κι’ ένωναν
    την αναπνοή της ροής τους μέσα στην άσπρη θάλασσα.
    Κάποτε δυσκόλευα τις δυσκολίες μου κι ήμουν ένοχος·
    κάποτε εργαζόμουν για να ξυπνάω στους άλλους,
    άγρυπνο το προνόμιο της επιμέλειας
    και την αγάπη τής εργασίας και της έρευνας
    και της γόνιμης αλήθειας στην ολοφώτιστη υπερηφάνεια.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Χρυσοί μέδιμνοι

    Κόψαμε τα δάχτυλα από τα χέρια των αντιπάλων μας ναυτικών,
    για να μην έχουν την ικανότητα να πιάνουν τα κουπιά
    να μην τους υπερασπίζονται τα δάχτυλά τους
    και να τους βεβαιώνουν ότι κρατούν αυτά που δέχονται·
    κι ήταν πιο σκληρό από του Κυρίου Αννίβα του Καρχηδόνιου
    το λαφυραγωγικό εγχείρημα,
    να κόψει δηλαδή τα δάχτυλα
    που τα στόλιζαν τα δαχτυλίδια των 40 χιλιάδων Ρωμαίων,
    όταν σκοτώθηκαν στη μάχη των Καννών,
    προσφέροντας έτσι στην απηνή κυβέρνηση των Καρχηδονίων εμπόρων
    αρκετές, πολλές δεκάδες μέδιμνους χρυσού.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Αντιοχικά

    Μεγάλος τρόμος συγκλόνισε
    τη μεγάλη τη Χριστιανική μας Αντιόχεια,
    όταν μια μέρα οι κάτοικοί της ξύπνησαν
    κι είδαν τ’ αγάλματα
    του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του μεγάλου,
    γκρεμισμένα, καταστραμμένα με μανία.
    (Πού να κρυφτούν λοιπόν,
    πού να κρυφτούν από της οργής του το πρόσωπο;)
    Εξεπλήττοντο οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι
    και οι ποικίλοι τιτλούχοι
    και προέτρεπαν σε θρήνους,
    τους φοβισμένους Αντιοχείς μας, κλεισμένους
    μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών τους·
    γιατί ζούσε ο περιώνυμος αυτοκράτορας ο Θεοδόσιος,
    ο επονομαζόμενος μέγας από τους Χριστιανούς,
    γιατί έκλεισε την τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων
    και τους Ολυμπιακούς αγώνες κατάργησε
    και το χειρότερο ήταν
    πως με τα φανατισμένα του στρατεύματα,
    επέπεσε στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης
    και κατέσφαξε επτά χιλιάδες ψυχομέτρι·
    κι ήταν κορυφή των πόλεων η Αντιόχεια,
    περιμένοντας την οργή
    του ελέω Θεού αυτοκράτορος του ζώντος·
    οι δρόμοι έρημοι·
    κι έλεγαν οι Αντιοχείς:
    δεν είχαμε λοιπόν τους ναούς των Εθνικών κατεδαφίσει;
    Ακόμη ήταν Θεός ισχυρός ο Απόλλωνας
    στο δροσερό προάστιο της Δάφνης, άλλοτε πολιούχος της;
    Στο τέλος πληροφορηθήκαμε,
    πως πολλές διώξεις και φυλακίσεις έγιναν
    και πολλές επί το χριστιανικότερο,
    αντί των καθιερωμένων σφαγών,
    ενεργήθηκαν αθρόες ρινοτμήσεις
    και οφθαλμών αφαιρέσεις.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Το αραχνάκι

    Πίνακας - Ελίνα Παυλέα

    Σε μια ξερή πευκοβελόνα και σ’ ένα φύλλο τεφρό πεσμένο
    το νήμα του στηρίζει ένα μικρό αραχνάκι.
    Πηγαίνει κι έρχεται,
    επίμονο κι ακούραστο μες στη γλυκιά προσωρινότητά του.
    Δεν το προσέχει ο μικρός άνεμος
    και το πουλί που τραγουδεί στον ταπεινό του θάμνο.
    Εικόνα του ελαχίστου, σκιά της ύπαρξης,
    ψίχουλο από το συμπόσιο και τη γιορτή του Κόσμου,
    σοφό κι ελεύθερο μες στην υπακοή του,
    το γαλάζιο του δόλου του το ύφασμα
    σχεδόν αθώρητο,
    σαν ώριμο καρπό παρασκευάζει.

    Από τη συλλογή «Μεσοδιάστημα» (1964)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Ρωμαΐζοντες

    Δεν ήταν αυτοί οι Αντιοχείς αντάξιοι των Σελευκιδών,
    ούτε οι Πτολεμαίοι αντάξιοι των Πτολεμαίων των πρώτων·
    συνέχεια έχαναν την ανεξαρτησία τους και Ρωμάιζαν.
    Πώς να πιστέψει πως πήγαιναν οι Αιγύπτιοι βασιλείς
    στη Ρώμη να παρακαλέσουν
    μ’ όλες των λόγων και των πράξεων τις γονυκλισίες,
    να τους βοηθήσουν ενάντια στο λαό τους,
    που δεν τους ήθελε, δεν τους αναγνώριζε·
    δεν ήταν αυτοί Πτολεμαίοι και Σελευκίδες,
    που πουλούσαν την εξουσία τους
    και την αγόραζαν από της Ρώμης τη θέληση·
    έτσι με τους εφήβους – τί κατάπτωση –
    κι άλλους αρκετούς στεφανωμένοι οι Αντιοχείς
    ετοιμάζονταν να υποδεχτούν
    τον Κύριο Πομπήιο, το μεγάλο Πομπήιο·
    πολλοί μάλιστα αξιωματούχοι Ρωμαΐζοντες,
    με τον αρχηγό τους έτρεχαν
    κι όποιον πλησίαζαν ταξιδιώτη και ξένο τον ρωτούσαν,
    μήπως ήταν υπηρέτης του Πομπήιου,
    γιατί μάθαιναν
    πως και ο υπηρέτης ίσχυε στον Κύριόν του,
    για να του υποβάλλουν οι Ρωμαΐζοντες
    τα ταπεινά, τουτέστιν τα εξευτελιστικά τους σέβη.

    Από τη συλλογή «Οι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Νυχθημερόν

    Παραλογιζόμασταν, συνέχεια παραλογιζόμασταν·
    στα χείλη μας οι λέξεις που έβγαιναν
    δεν είχαν καμιά βαρύτητα, καμιά σημασία,
    γιατί δεσμεύονταν με το ψεύδος
    και το πιο ακαλλιέργητο κι άγονο σκοτάδι
    και λέγαμε πως κάποτε
    τα δέντρα του δρυμού
    ζητούσαν να κάνουν ένα δέντρο βασιλέα τους·
    πήγαν λοιπόν και παρακάλεσαν την ελιά
    και της είπαν να γίνει βασιλιάς τους·
    κι αποκρίθηκεν η ελιά,
    ότι δε θ’ άφηνε ποτέ του καρπού της να μην παράγει
    τη θρεπτική και τη ζεστή της φωτιστική ποιότητα·
    έτσι πήγαν τα δέντρα του δρυμού στη συκιά
    να δεχτεί να γίνει ο βασιλιάς τους
    κι εκείνη τους αποκρίθηκε:
    όχι δε θ’ άφηνε ποτέ τη γλυκύτητα του καρπού της·
    ύστερα πήγαν και στην άμπελο
    κι εκείνη δε δέχτηκε, αφοσιωμένη
    στη γλυκιά υπερηφάνεια των σταφυλιών της.
    Κι απευθύνθηκαν λοιπόν τα δέντρα του δρυμού
    στο θάμνο με τ’ αγκάθια του
    και του είπαν να τους γίνει βασιλέας κι άρχοντάς τους·
    και δέχτηκε ο άκαρπος θάμνος
    να τους γίνει άρχοντας και βασιλέας τους
    αρκεί να ‘σκυβαν και να ‘μπαιναν κάτω από τη σκιά του
    και τ’ αγκάθια του να λογάριαζαν
    και να τα πρόσεχαν πολύ,
    να μην ανάψουν τ’ αγκάθια του με μια φωτιά αφώλιαστη
    και εξαπλωθεί
    και τα δέντρα του δρυμού μαζί του
    και καπνός και στάχτη γίνουν·
    έτσι στενάζαμε κι εμείς,
    κάτω από μιαν εξουσία άκαρπη
    και μόνο τ’ αγκάθια της και την καταστροφή,
    πολύ καλά νυχθημερόν γνωρίζαμε.

    Από τη συλλογή «Οι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Το ενοίκιο

    Αθέλητα παίρναμε τη ζωή,
    ντυνόμασταν το σώμα μας το αλλότριο,
    που έπρεπε πάλι να το επιστρέφουμε
    και να πληρώνουμε για ενοίκιο τον πόνο·
    μοιάζαμε έτσι τα ιστιοφόρα που ταξίδευαν
    και άδειαζαν και γέμιζαν στα ταξίδια τους αγέρα.
    Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.

    Από τη συλλογή «Οι μέτοχοι» (1987)