• ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Σύγχρονος σοβαρός και σεβαστός λόγος της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

    Κατάργησε να καταργήσουμε την ευφάνταση οιμωγή
    που κομίζει μια πολεμική Πάραλος, δέσμια μιας θάλασσας κολασμένης
    που κοχλάζει έτοιμη να εκπατριστεί κι αυτή
    από τον ακατοίκητο τον πλανήτη μας μετά από ένα πυρηνικό πόλεμο·
    κάλλυνέ μας, ω κάλλυνέ μας μ’ ένα ομόθυμο και αποφασισμένον ιερό πείσμα
    να εγκαταστήσουμε και να κατοικήσουμε την ειρήνη στον πλανήτη μας
    με τόσην ορμέμφυτη και νικηφόρα θέληση και ορμή
    καθώς ο βότρυς των μελισσών κρεμάμενος στο δέντρο
    αφού εγκατέλειψε την παλαιά του κυψέλη μαζί με τη νέα του βασίλισσα
    ορμάει να κοινωνήσει της νέας κυψέλης
    είτε σ’ ενός μεγάλου δέντρου κοίλωμα ή σ’ ένα κρυφό σπήλαιο
    ή σε μια φωλιά του αγριμιού έρημη από καιρόν αφημένη,
    των μεγάλων και των ωραίων εργατικών Αγαθών μόνη Εσύ Ρυθμίστρια.
    Σα να μην είχαν φως τα μάτια μας, σα να μην είχεν ήχους η ακοή μας
    είχαμε απομακρυνθεί από κάθε αρμονία και μέτρο
    και από το κάθε κάλλος έξω·
    φρόντιζε με τη μητρική Σου φροντίδα να Σ’ αισθανόμαστε κοντά μας
    όπως τα μελωδικά πουλιά με τις θημωνιασμένες τους χρυσές φωνές
    αισθάνονται τον Αυγερινό και τον περίλαμπρο τον ήλιο
    και τον φωνάζουν ν’ ανατέλλει.
    Οι περισσότεροι φίλοι μας ανέβηκαν στην καρμανιόλα
    κι άλλοι εκτελέστηκαν για την ύψωση της ελευθερίας στη θετική της θέση,
    γιατί πίστευαν πως η ελευθερία και η θεϊκή Σου Στοργή
    μας ήταν μια Ιερή Μετάληψη για των αμαρτιών μας την άφεση·
    δέξου τις ευχαριστίες μας για όσα δεινά δε δοκιμάσαμε
    γιατί δοκιμάσαμε πολλά κι ανήκουστα σαν Έλληνες,
    για τους ακόμη βαθύτερους γκρεμούς που δεν κατρακυλήσαμε
    γιατί μας έπεμψες έστω και την τελευταία στιγμή τη Σωφροσύνη μας·
    συγχώρησέ μας γιατί οι πρόγονοί μας τυφλώθηκαν
    και έδωκαν στο Σωκράτη να πιει το κώνειο και σκότωσαν τον Καποδίστρια
    και μερικοί φανατικοί έκοψαν των Αιγηνιτών κωπηλατών τους αντίχειρες
    για να μειώσουν τη ναυτική τους ικανότητα.
    Πόσο πολυτελής η φύση κι απαθής
    κι εμείς πόσο πένητες και μάρτυρες είχαμε καταλήξει,
    ω Κόρη τ’ ουρανού που από εσένα ανέτειλε της δικαιοσύνης
    ο πνιγμένος από την αδικία λαμπρός πάλι ο πορφυρός ήλιος·
    γι’ αυτό ρίχνε μας στις πληγές μας πάνω, όλες τις εσωτερικές μας πληγές,
    ρίχνε μια μέθη γλυκιά κι ένα λήθαργον ακέραιο, Θεοτόκε·
    δίνε μας το προνόμιο ν’ ανοίγουμε διάπλατη την πύλη της αλήθειας
    γιατί μόνο αυτή μας οδηγεί στη σταθερότητα και μας γιατρεύει
    και ο φόβος του θανάτου γίνεται ένα φάντασμα
    που εξαφανίζεται όταν η μέρα φέγγει·
    τα τραύματά μας κοίμιζε, κοίμιζε να μη φωνάζουν
    και με την οδύνη τους μας εμποδίζουν, Μαρία Ευλογημένη.
    Νεύε, ω νεύε των πολλών μας αμαρτημάτων το πλήθος το δύσπλυτο
    να πλένουμε με ύσσωπο περίσσιο·
    κι αυτό το καθήκον να τηρούμε και να πρεσβεύουμε
    να πάψουμε να τιμούμε το μπαρούτι
    και μόνο στο αλέτρι και στο νου
    να δίνουμε την αποκλειστική μας την τιμή, Θεομάνα μας καλή.
    Χορήγησέ μας την υποχρέωση και το δικαίωμα να χτίζουμε
    την εσωτερική αλήθεια φυσικά κι αβίαστα
    προβάλλοντας τη φωνή της τη θεραπευτική προς τα έξω
    σα μια πρόνοια τοποθετημένη στο χελιδόνι
    να χτίζει τη φωλιά του τη μετάρσια με τη δική του την αρχιτεκτονική
    γεμάτη στης επάρκειας τον ώριμο πλούτο,
    σαν την πρόνοια την ενοικισμένη στον πελαργό
    να ’ρχεται της άνοιξης κομιστής και να επιδιορθώνει τις φωλιές τους
    στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών και στις σταραποθήκες
    και στους στύλους των ηλεκτροφόρων καλώδιων
    και σώζε μας των χειμαζόμενων μόνη παραστάτρια·
    μ’ ένα σκοτωμένο πολλοδέντρι ναυπηγούμε τα καράβια μας
    μ’ όλους τους αμέτρητους εργατικούς κρότους στους ταρσανάδες μας
    για να μνημονεύουμε την ύπαρξη της στεριάς στης θάλασσας την επιφάνεια·
    μνημόνευέ μας κι Εσύ Αγνή Μαρία όταν όλα γύρω μας
    κάθε πίστη κι αγάπη μάς αποκλείουν·
    ήμασταν άοικοι κι ανέστιοι και νηστικοί
    μέσα στου σώματος και της ψυχής τη σύγχρονη ξηρασία,
    Σε ρωτούμε, Μητέρα όλων των Απείρων,
    μπορούμε να Σε λογαριάζουμε και να Σ’ έχουμε
    για φωτιά και θερμότητα για φως και για σπίτι
    και για μια ήμερη τροφή σήμερα
    όπου το ιερό Σου Σκήνωμα κοιμάται για να ξυπνήσει στον ουρανό;

    Πολύ Σε λησμονήσαμε, Πανύμνητη, μη μας λησμονείς όμως Εσύ.
    Άφηνέ μας να Σ’ ενθυμόμαστε όπως τον ήλιο το λουλούδι του,
    όπου όλα εδώ είναι θαύματα και τα μέγιστα και τα ελάχιστα
    όπως μια εργατικότατη κι απανικόβλητη χαριτωμένη μέλισσα
    και η κατασκευή του κεριού της στην κυψέλη της.
    Πρόσταξέ μας να κάνουμε μια εσωτερική καθημερινή καθαριότητα
    όπως οι μέλισσες κάνουν την ονομαζόμενη της καθαριότητας πτήση.
    Γίνε μέσα μου αυτοδύναμη Θεού, για να λέω κατά πάντα ισχύω και κρατώ
    πάντοτε αναμμένο τον ικετήριο λύχνο μου μέσα στη νύχτα
    να Σε κοιτάζω καθώς τον ήλιο κοιτάζει το ηλιοτρόπιο·
    έπρεπε να ’χω τη μυθική δύναμη του Άτλαντα
    για να βαστάζω όπως εκείνος τον ουρανό την κάθε μέρα
    και να την κάνω ν’ ανήκει σε μένα·
    είμαι ένας δρόμος τυφλός και κουφός, άνοιξέ μου το φως και τους ήχους
    ντύνε με της υπομονής την εξουσία, Εσύ το περιβόλι του Θεού,
    Μαρία καλή κι ας μένω από κάθε ελπίδα ασυνόρευτος·
    αλλάζαμε ρούχα και φορούσαμε τον κάθε μας θάνατο
    να καθαρίζουμε με τις πλύσεις της ζωής, με τις πλύσεις του θανάτου
    γιατί τίποτε δεν ήταν καθαρό ενώπιον του Θεού.
    Ω, παραχώρησέ μας το μεγάλο δικαίωμα
    να γνωρίζουν της πτέρνας μας το νικητήριο πάτημα
    του Αντικείμενου τα ζοφερά έργα·
    των ασθενειών μας βοήθημα Εσύ του ενδόμυχου οίκου μας Φωταγωγήτρια
    μη μειώσεις μπροστά στο Κακό και στην ανώφελη σκέψη
    τη δική μας ανθεκτικότητα·
    την αλήθεια άφησέ μας να τη βλέπουμε,
    γιατί μας θαμπώνει μα και μας γιατρεύει.
    Μη μας παίρνεις την ακοή των γεγονότων, των πουλιών και των κελαηδημάτων·
    μη μας αφαιρείς την ακοή της θάλασσας και του δέντρου,
    μάλλον όξυνε την ακοή μας όπως της κουκουβάγιας και της νυχτερίδας
    που εντοπίζουν τη θέση της τροφής τους με ακρίβεια
    μέσα στη νύχτα από του θηράματος τον ήχο.
    Βοήθησέ μας να καταστρέψουμε αυτούς τους απάνθρωπους
    και χαλασμένους καιρούς γιατί δε δείχνουν πια κανένα
    της ηθικής υγείας σημείο·
    γίνε της ζεστασιάς μας η ζώνη,
    λύχνος αντοχής σε τρικυμιώδεις οδούς·
    γύμνωσέ μας από κάθε κακία κι έγκλημα κι απάλλαξε την ανθρωπότητα
    από την πλουτοφόρα των ηγεμονικών κρατών αποικιακή τακτική
    να θέλουν το κύρος της υπογραφής τους να ’ναι υφασμένο
    με το άσπρο νήμα και ποτέ με το μαύρο νήμα,
    Εσύ που είσαι της Δικαιοσύνης Είσοδος.
    Μη μας επιτρέπεις να καπνίζουμε το εσωτερικό μας σπίτι
    για να πνίγεται η ψυχή μέσα στον καπνό
    και να ζητάει ο φύλακας άγγελος τη θύρα του θανάτου μας,
    Μαρία πιο καθαρή κι απ’ όλους τους ήλιους.
    Ολόκληρη η ζωή μας, θαρρείς, Θεοτόκε, πως ήταν μια κραυγή
    για την ελευθερία που πολύ φωνάξαμε για να τη βρούμε
    και δεν την βρήκαμε πουθενά εδώ·
    πολιορκημένες μένουν οι μέρες μας·
    ημέρεψε την πολιορκία μας λίγο·
    ρίχνε μας της Συμπάθειάς Σου το φως για να μη μας φασκιώνει ο φόβος·
    μετρίαζε τον πλήρη των ακανθών μας πλούτο·
    γεμάτοι στέρηση καταφεύγουμε να μας σκεπάσεις
    με της μεγάλης Ευσπλαχνίας Σου την προσοχή,
    Εσύ που είσαι της πρώτης αράς το λυτήριο
    της πιο όρθιας θέσης Εσύ και της πίστης ο πιο ισχυρότερος ώμος,
    γιατί όπως με την αρχιτεκτονική τέχνη
    χτίζουμε τα σπίτια μας και τα εξωραΐζουμε,
    όπως με τη ναυπηγική κατασκευάζουμε τα καράβια μας,
    με τη δική Σου την εναρμόνιαν Αρωγή
    στερεώνουμε του βίου μας την ορθότητα, Κεχαριτωμένη.
    Κοίταξέ μας, κάνε μας πιο υποφερτή της τύχης την καταδρομή,
    και μετόχους της επικουρίας Σου κατάστησέ μας
    και τη στοργή Σου μη μας την κρύψεις·
    άφηνέ μας τη γραμμή τη γαλάζια των ξεφωνητών τους
    που χαράζουν τα χελιδόνια να την τοποθετούμε στην καρδιά μας
    και χάριζέ μας το κουράγιο
    τα κύτταρά μας με τη Συμπαντική να δένονται τη μουσική τους.

    Ευκόλυνέ μας να παίζουμε με τα συμβαίνοντα και τα τυχαία
    όπως θέλουμε κι όχι όπως αυτά θέλουν, να τα εμπαίζουμε
    κι όχι να μας εμπαίζουν,
    να στενάζουν κάτω από τα πόδια μας
    κι όχι εμείς να στενάζουμε κάτω από τις φοβερές τους και τις αστείες τους οπλές
    όταν επέρχονται και μ’ όλη τους την ακμή θάλλουν,
    ω Πανάγαθη Αγία των Αγίων,
    φρόντιζε να μας προσφέρονται τα κακά όχι όλα μαζί
    αλλά με δόσεις τουλάχιστον, για να τα καλοπληρώνουμε
    χωρίς να μας γονατίζουν και ν’ ασφυκτιούμε.
    Δώσε μας το δικαίωμα να εκτοπίζουμε από τον κάθε μας δρόμο
    κάθε λειτουργικό εμπόδιο, να το σαρώνουμε
    όπως ένας ανεμοστρόβιλος το άχυρο.
    Μάνα μεγάθυμη κατάστρεφε και σώζε μας
    απ’ αυτούς τους ματωμένους κι άρρωστους καιρούς,
    σ’ Εσένα όπου η δύση και η ανατολή
    Σου προσφέρουν από τριαντάφυλλα το πιο χρυσό τους κάνιστρο.
    Επίτρεψέ μας, Θεοφόρητη κόρη, εμείς να κουράζουμε τη δυστυχία μας
    χωρίς αυτή ποτέ να μας κουράζει και λίγη χαρά χάριζε στους κόπους μας
    και μια Κόσμια Δίαιτα για να τηρούμε μαζί με τον επίγειο πατριωτισμό μας
    και τον ουράνιο, Εσύ που πάτησες των σκοτεινών μας δαιμόνων
    την κακοτράχαλη την απάτη,
    γιατί το μίσος παντού και ο φόνος σήμερα δεσπόζει, Δέσποινα·
    ημέρωνε τις ημέρες μας τις δυσανάβατες,
    μην τις αγριεύεις πολύ για να τις ανεβαίνουμε
    εσύ που γέννησες το Στάχυ το άφθαρτο κι ένωσες τη γη με τον ουρανό.

    Καταδίκη κάναμε την κάθε ζωή μας και το κάθε μας θάνατο·
    πλήθυνε την αντοχή μας, όπως στους πολέμους πλήθαιναν
    μετά τη μάχη τα κοράκια την παρουσία τους,
    αυτοί οι φυσικοί έμποροι της ταφής μας.
    Βοήθησέ μας όμως να τρέφουμε φανατική μόνο την εσωτερική μας διαύγεια
    γι’ αγάπη και για αφοσίωση στο φως που τρέφουν οι μέλισσες.
    Χρειαζόμασταν ακόμα να μιμηθούμε το μεγάλο θαύμα της θάλασσας
    που δεν ταραζόταν ποτέ από κανένα λιθοβόλημα·
    μας παρηγορούνε μόνον, Αειπάρθενε, η σκέψη
    πως κάποτε θα φεύγαμε παντοτινά χωρίς οφειλή καμιά
    για ν’ απαλλαγούμε από του εξωτερικού χρόνου την είσοδο·
    δεν ξέρω βέβαια να μετρώ τη μαθηματική μουσική των άστρων
    και των αριθμών της την αναρίθμητη δύναμη,
    μα ξέρω πως μπορείς να ’χεις για όλη την ανθρωπότητα
    μια ζεστή και γελαστή αγκαλιά,
    όπως ξέρω πως η γραμμή ορίζεται μέσα από δύο σημεία,
    όπως ξέρω πως τ’ άκρα του Γιου Σου και Θεού μας
    δέχτηκαν τ’ οδυνηρό χτύπημα των καρφιών τους
    και η πλευρά του, του χωροφύλακα τη λόγχη·
    γι’ αυτό μη μειώνεις, μη μειώνεις, μη μειώνεις την προσοχή Σου
    για μας τους αβοήθητους,
    Εσύ του Κακού Καταλύτρια και διπλασίαζε την αγάπη Σου
    για μας τους απομακρυσμένους και τους απόδημους της χαράς,
    καθώς διπλασιάζει με την εικόνα μας ένας κρυστάλλινος απαρόμοιαστος,
    υγιής και παρθενικός πρεσβύτερος των πρεσβυτέρων όλων καθρέφτης.
    Εξουσίαζέ μας για να μη θολώνεται το μυαλό μας
    για να διακρίνουμε το κακό και το καλό,
    όταν μάλιστα το αγαθό λάμπει πολύτιμο
    σαν πορφύρας τεμάχιο το λευκό ιμάτιο,
    καθώς η σωστή όραση διακρίνει το κόκκινο και το μαύρο χρώμα.
    Προίκιζέ μας με της αγάπης και όχι του φθόνου την υιοθεσία
    και φωταγώγιζέ μας με της πίστης την φωτοχυσία
    και διόρθωνέ μας με τη δύναμη
    ν’ ανεβάζουμε τελειοποιημένη τη θέλησή μας κι ατραυμάτιστη
    Εσύ της Πρώτης θεότητας Εκλεκτή Μετουσία
    στέρξε να μην την αχρηστεύουμε όταν συναντήσουμε λίγη χαρά
    στον επίπονο δρόμο του βίου μας,
    όπως το πολύ νερό αχρηστεύει την ευγένεια του οίνου, της σταφυλής το αίμα.
    Εσύ του Θεού Πρώτη Συνάφεια,
    άφηνέ μας την πιο εύθυμη διάθεση όταν το κενό μάς περισφίγγει
    για να μην είναι ευκολότερη η περιβολή του.
    Σεβαστή των ουρανών, παραχώρησέ μας μια κάποια σχετική ηλιθιότητα
    όταν μπαίνουμε μέσα στου βίου μας την πιο τρικυμιώδη συμφορά
    ή κάνε μας να μη λησμονούμε τη φυσική μας μεγαλοψυχία και καρτερία,
    για να την κρατούμε ανοιγμένη
    για να της τιθασεύουμε την υβριστική της σκληρότητα·
    φρόντιζέ μας να χαλιναγωγούμε της υπομονής μας το σθένος,
    γιατί κανένας μας δεν είναι δυνατό σήμερα να διανύσει χωρίς αυτήν,
    της ημέρας το μήκος.
    Υπερύμνητε, έτσι δε θα σκοτεινιάζουμε την εσωτερική μας ευταξία·
    το ξέρουμε πως όλα τα φυτά και τα δέντρα χρειάζονται
    της βροχής την επιμέλεια και της ρίζας τους την προσοχή,
    έτσι φρόντιζέ μας μητέρα, γιατί ο γιος Σου μας αγάπησε τόσο
    που παράτησε τον πλούτο του
    και φόρεσε την επίπονη την επίγειά μας πενία·
    εξοίκιζε την τυραννική μας ασθένεια και εισοίκιζε,
    ω εισοίκιζε τη σύνεση
    και της προαίρεσης το φυσικόν ήθος ενθύμιζέ μας, ω Θεοτόκε·
    μη μας αφαιρείς τα ερείσματα,
    για να καθαιρέσουμε τη στενή πολιορκία του Κακού.
    Εσύ μόνη αγνή του Θεού ρίζα,
    εσύ της ψυχής μας ελευθεροποιός πανοπλία·
    παραχώρησε το καθήκον να διατηρήσουμε την ψυχή μας ασύλητη,
    Εσύ το Πανάγιο του Θεού μας Όχημα·
    φώτιζέ μας, Εσύ μόνη Κατάθεση του Θεού
    να κηρύσσουμε ιερή κι ανεκμετάλλευτη για το κέρδος των ολίγων
    την κυριότητα του κόπου μας
    για να την ανακηρύσσουμε και να την αναγνωρίζουμε σα γιορτή μας.
    Γέμιζέ μας με την απεριόριστη δύναμη να καταλήξουμε κάποτε
    να γίνουμε ο ένας για τον άλλον ακίνδυνοι,
    όπως είναι οι μέλισσες όταν βγαίνουν έξω από την κατοικία τους
    κι αφοσιώνονται στης εργασίας τους το ανθισμένο νέκταρ·
    κι αντίθετα, πότιζέ μας, ω πότιζέ μας με την απαράμιλλη αλληλεγγύη τους
    όταν βρίσκονται εντός της κυψέλης τους,
    Εσύ της παγκόσμιας χαράς Ορμητήριο.
    Οδήγησέ μας να κατορθώνουμε το μεγάλο κατόρθωμα
    να κάνουμε έτσι το σώμα και την ψυχή μας
    έτσι ώστε να μην κολλάει καμιά κακία πάνω τους,
    βαμμένα καλά με μιας γυμνασμένης αρετής το μέγα ήθος,
    ω των παθών μας θεραπεύτρια.
    Δένε μας με τη μητρική Σου στοργή
    όπως δένεται η θάλασσα με τις αμμουδιές της
    και μένε μαζί μας
    καθώς το κύμα το καλό και το γοργό στου πλοίου το ταξίδεμα,
    Εσύ των ουρανών Φωταγωγήτρια.
    Λειώνε τις αμαρτίες μας όπως το σίδερο ρευστοποιείται
    μέσα στην αδάμαστη φωτιά της Δικαιοσύνης μας,
    Εσύ του Κακού καθαρή καθαιρέτρια.
    Συνέργησε ν’ ανεβάζουμε στης συνείδησης την επιφάνεια
    ό,τι είναι ζοφερό για να το σκοτώνουμε παρευθύς,
    όπως όταν βράζει ο μούστος ανεβάζει ό,τι έχει ο βυθός του
    στην επίπεδη την όψη·
    προ πάντων να μη λησμονούμε τη βαρβαρότητα
    και το γιαταγάνι των Τούρκων το άνανδρο
    όταν χάθηκε το έδαφος από τα πτώματα
    και τη σφαγή των ευγενών Ελλήνων
    εκείνη την τρομερή δυσοίωνη τριήμερο,
    Εσύ του θεϊκού αγρού Γεωργήτρια.

    Συγκατάνευε να λύνουμε τα δεσμά των παθημάτων μας,
    όταν τ’ αστέρια ανάβουν τις πεντάγωνες ασημένιες,
    πυρρές πόρπες τους στων ουρανών τα στήθη
    Εσύ η καλή Πληροφορία του Θεού
    και των καλών Ειδήσεων η Γεννήτρια·
    το κακό μάς γέμιζε σκουλήκι και μας έτρωγε το εσωτερικό
    κι έτσι μέναμε από κάθε καλό πολύ καιρόν έξω·
    ευδόκησε να προσέξουμε το σκουλήκι μας το εσωτερικό να το σκοτώνουμε
    ω Σεμνή Κόρη, που ο άγγελος Γαβριήλ τάραξε της καρδιάς Σου
    την τρυφερή ταπεινοσύνη με την παραδοξότητα του Ευαγγελισμού Του·
    της Χάριτος της δικής Σου χάρισέ μας την οικειότητα την πεντακάθαρη,
    εσύ που είσαι μια των ουρανίων Απείρων η Πρώτη ακηλίδωτη Πράξη.

    Δύσβατο κι απόκρημνο των ανθρώπων το γένος·
    σα μάνα που δεν είσαι ποτέ φιλάργυρη στην παροχή των Χαρισμάτων Σου
    ανάβρυζε μέσα μας της διακονίας Σου τη δύναμη·
    το σωματικό μας κέλυφος συντρίβεται
    και πάλι από τα ερείπια του ξαναχτίζεται·
    πώς να συνηθίσει η ψυχή μας χωρίς στέγη τόσες χιλιετηρίδες
    σύμμικτη με τόσο πολύ χώμα;
    Κρύβε μας, ω κρύβε μας από κάθε φόβο και πανικό,
    κρύβε μας και δώριζέ μας τουλάχιστον των μυρίων μελισσών
    την ευγενική νοημοσύνη της αλληλεγγύης τους, ω Παμμακάριστη.
    Ασώτευε την εσωτερική Χαρά
    να φτάνουμε στου Καρπού την Αυτάρκεια και καθάριζέ μας την όραση
    ώστε όταν φτάνουμε στην άκρη της ελπίδας
    να βλέπουμε εκείνο που νομίζαμε γκρεμό, πως γκρεμός δεν ήταν,
    Εσύ που έχεις όλους τους ατίμητους ουρανούς περιβόλαιο.

    Σε ποιότητα ανώτερη πρόσεχέ μας
    να στηρίζουμε την προσαρμογή μας στη διαγωγή των ήλιων
    κι άφθονη πάρεχε σε μας την αρκετή Σου την αρωγή
    για ν’ ανήκουμε απλά κι αθόρυβα στην ισότητα και τη δικαιοσύνη,
    όπως ανήκει η στιλπνή χλόη στα γένη των φυτοφάγων ζώων
    και η θάλασσα και τα ποτάμια στα ποικίλα γένη των ψαριών.
    Αυτό το δικαίωμα και το καθήκον τέντωσέ το σε μένα,
    έτσι ώστε γυμναζόμενος στην καθημερινή της ψυχής Γυμναστική
    τίποτε το κακό να μη μ’ εκταράζει Μόνη Εσύ Ευλογημένη.

    Φύτευα κραυγές, κραυγές φύτευα και παρακλήσεις και πράξεις
    που ήταν απόσταγμα καθαρής προσευχής,
    για να Σε φτάσω στον ουρανό να πέμψεις την πλουτοφόρα,
    την πιο αυτάρκη ειρήνη στην ανθρωπότητα,
    για να προχωρήσει στην κλήση της Διαστημικής της εποχής της,
    φύτευα λοιπόν, φύτευα σκέψεις και παρακλήσεις
    να ξορκίζουμε και να σκοτώσουμε τον πόλεμο,
    των ουρανών Πανέμνοστη Κόρη.

    Θέλω να ’μαι σαν μια γέφυρα δομημένη
    μ’ όλους τους ισχυρούς της δόμησης Κανονισμούς
    έτοιμη να μείνει σ’ οποιαδήποτε του ύδατος υπερακόντιση,
    για να βλέπει την οργή της να καταπίνει την ήττα της
    και νίκη να την κάνει,
    έτσι κι εγώ να φτάσω να κοροϊδεύω της δυστυχίας μου την ύβρη
    και να τη βλέπω να παίρνει τη θλιβερή της κατολίσθηση
    κι εγώ να χαίρομαι της στιβαρής της νίκης μου
    τον τελετουργικό μου στέφανο,
    των Αθλητριών τού βίου Πρώτη Αθλήτρια, Θεοτόκε.

    Συγκατάνευσε να ’χω την απλή την αίσθηση
    των φτερωτών φυσικών φαινομένων, την πρόνοια της πεταλούδας
    του μεταξοσκώληκα την ελάχιστη την πολυτελή πρόνοια,
    εσύ που ξέρεις της ειμαρμένης μου την τραχύτητα
    κι όταν ακόμη ήμουν μέσα στη μήτρα της μάνας
    που δε την γνώρισα ποτέ μου ούτε σ’ ένα φωτογραφικό της είδωλο.
    Εσύ που είσαι η πιο αποτελεσματική θεραπευτική δρόγη
    των εσωτερικών πληγών μου, όταν σκύβω και μάχομαι να διασώσω
    το πλατωνικό παράξενο σπήλαιο μέσα στο Βυζαντινό μου σκριπτόριο.

    Ποιος είπε πως το ηλικιωμένο ελάφι δεν έχει μακριά κέρατα;
    Ποιος είπε πως δεν έχει δει σ’ ένα ζεστό μονοπάτι
    ηλιοχτύπητο ένα κενό φιδοπουκάμισο;
    Ποιος είπε πως δε Σ’ αγαπώ και δε Σ’ αγαπούσα
    από τα σκληρά τα έρημα τα χρόνια μας τα πρώτα Θεοτόκε;

    Δείχνε μας την αλήθεια, Καλή Κόρη των ουρανών,
    στην κάθε της λεπτομέρεια
    για να την χρησιμοποιούμε φάρμακο στις πληγές μας,
    να την έχουμε αγώνα
    για την ευθύνη της διατήρησης σ’ ακεραιότητα άσειστο,
    έτσι όπως δείχνει και το πιο ελαφρό θαλασσινό αγέρι
    μαζί με το πράσινο και το λευκό φύλλο της λεύκας
    να φουρφουρίζει το γαλάζιο της άσμα.

    Γλυκιά Μαρία στέρξε να Σε νιώθω καθώς το πουλί στη δέντρινη φωλιά του
    στης κορυφής την κρύπτη την πράσινη την αστρική
    τη Μουσική την αισθάνεται και τον αυγερινό στο στήθος του
    κι άφηνέ με να Σου είμαι πιστός καθώς μια μέλισσα
    μένει πιστή στου χρόνου και του χώρου τη θαυμαστή της οικονομία
    και τη χρυσή φειδώ·
    δίδασκέ με ν’ αφοσιώνουμαι και να ομοιώνουμαι με τη φύση,
    γιατί αυτή είναι αυτάρκης·
    δίδαξέ με πώς να μην απομακρύνομαι από τη θαυμαστήν αυτάρκεια
    που έχει ακόμη κι ένας κλεισμένος καλά καρπός
    μέσα στο δικό του περικάλυμμα, για να μη ντροπιάζω τη φύση
    καταλήγοντας να πιστεύω
    πως είμαι μόνο της Τύχης τέκνο και του Θεού ένα λάθος·
    κάνε με να μην έχω κανένα άλλο χώρο στο νου μου·
    κάνε με να μην έχω κανένα άλλο χώρο στο νου μου,
    παρά πώς να κατορθώνω και να τον γεμίζω
    με της αυτάρκειας μόνο το κατόρθωμα·
    με την ίδια επιμονή που έχει η θάλασσα να σβήνει και ν’ ανάβει
    την κραυγή της στις ακρογιαλιές μας
    γιατί κι εμείς καταγόμασταν σαν Έλληνες από την καταγωγή της θάλασσας·
    δίδαξέ μας τέλος να στρέφουμαι στο πλευρό του μέτρου και της αρμονίας
    κι όχι στο πλευρό της υπερβολής και της άκαρπης,
    της άστατης και άπληστης κτητικής μας βουλιμίας.
    Έλεος, λοιπόν, έλεος, Πανάγαθη, για να μην εκτιναζόμαστε
    σαν τις ακρίδες στην ατραπό του καλοκαιριού,
    στον ήχο από το βάδισμα του στρατοκόπου.

    Όχι, Παναγία μου, δε θελήσαμε να ευτυχήσουμε,
    το γνωρίζαμε, πως ο παράδεισος στον κολασμένο, το ματωμένο πλανήτη μας
    ήταν ανέφικτος και μόνο τ’ άγρια ζώα,
    μακριά από τον τερατώδη πολιτισμικόν άνθρωπο
    έστεκαν πιο κοντά στο Θεό·
    όχι, Παναγία μου, γιατί τον πόνο γνωρίσαμε των σταυρωμένων ημερών μας·
    γι’ αυτό δεόμεθά Σου να φτάσουμε στο ύψιστο το επίτευγμα,
    να κοροϊδεύουμε και να ποδοπατούμε τη δυστυχία μας,
    όπως ο πολεμικός άνθρωπος πατούσε πάνω στον αιχμάλωτο
    και τον ονόμαζε έτσι ανδράποδο.

    Καλή μου Μητερούλα, δε Σου ζήτησα να πλημμυρίζεις την καρδιά μας
    με κανένα χείμαρρο χαράς,
    παρά μόνο με την ησυχία και την προσευχή των καθαρών πράξεων
    που ανεβαίνουν της δικαιοσύνης και της ανδρείας τον όρθιο κόπο
    απλά και φυσικά καθώς συνηθίζουν οι τάπητες της παπαρούνας
    να στρώνουν την πορφυρή τους πολυτέλεια
    σε πλαγιές ήπιων λόφων το Μάιο·
    κι ας μην παύει η Χάρη Σου να μας παρέχεται
    καθώς και η θάλασσα σχεδόν δεν παύει να ετοιμάζει και να κατασκευάζει
    τους γαλάζιους και τους σταχτιούς ρέοντες τόρνους των υγρών της δρόμων,
    των Χαρίτων όλων Αρχόντισσα,
    προστάτευέ μας την ώρα τής κάθε μας Ανάγκης,
    όπως η άμμος προστατεύει να μην σαπίζει το ναυαγισμένο της ξύλο
    και κάνε μας ανθεκτικούς σ’ αυτούς τους θυελλώδεις
    και αποξηραντικούς της ψυχής μας καιρούς,
    σαν τον ορείχαλκο που δεν τον δαμάζει
    κι αυτό της οργισμένης θαλάσσης το υδάτινο πείσμα.

    Του φωτός Εσύ Πρώτη Πληροφορία
    τους κεραυνούς της τιμωρίας ρίξε σ’ αυτούς,
    που σήμερα κακοποιούν το ανθρώπινο σώμα
    και βιάζουν την ελευθερία της ψυχής
    και σήκωσε την ασπίδα της προστασίας Σου και της επιμέλειάς Σου
    για τα παιδιά που πολύ πεινούν και κρυώνουν
    και φοβούνται πάνω στον πλανήτη μας, ώστε να πάψουν τα τρία ρήματα
    να κρυώνουν τον ήλιο:
    πεινώ
    κρυώνω
    φοβάμαι.
    Τί κι αν ήλθαν οι συνεργατικές των χελιδονιών
    και χτίζουν με τόσο ξεφάντωμα τραγουδιού τις φωλιές τους;
    Τί κι αν ήρθαν, εγώ δε νιώθω θερμή, Θεοτόκε, την καρδιά μου
    παρά μόνο κενή·
    δίνε μου τη δύναμη να της προσθέτω λίγη θαλπωρή
    από την πανανθρώπινη τη μητρική Σου τη Στοργή
    σα να κόβουμε ένα θεραπευτικό βότανο ανθισμένο
    στους άπειρους κήπους των ουρανών
    και να το κάνουμε φως της θλίψης μας αμάραντο.
    Κάνε μας ίσιους κι ακέραιους
    να μην αφήνουμε να μας διαφεύγει καμιά εσωτερική αρμονία
    κι όλα τα μέλη μας να ’ναι σαν κάποτε γεμάτα μάτια,
    όπως οι φτερούγες των αγγέλων Σου
    και κανονική μουσική
    χωρίς να χάνει τίποτε από του χώρου τη χρησιμοποίηση,
    όπως είναι ένα ισόπλευρο τρίγωνο,
    ένα τετράγωνο,
    κι ένα συμμετρικόν εξαγώνιο
    γιατί Εσύ χώρεσες την αχώρητη Ζωή την ακραιφνή.
    Στόλιζέ μας με την πιο γενναία και όμορφη φρόνηση,
    να μη βλέπουμε καθημερινά με χίλιους άτοπους τρόπους
    και να μην εξαπατούμε την πατρίδα μας και την ανθρωπότητα,
    υιοθετώντας την υποκρισία και το ατομικό μας συμφέρον
    και το καταστροφικόν, αλίμονο, ψέμα,
    Εσύ που είσαι της αλήθειας υπέρμαχος Υπερασπίστρια·
    τη σταθερή Σου Συμπάθεια, Θεοκατοίκητη,
    κάνε την σε μας πολυτίμητο Δώρο·
    γιατί είχαμε δύσκολες εσωτερικές επενδύσεις,
    γυαλιά μέσα μας, κομμένα κάθετα, ζωηρά να πληγώνουν τις πράξεις μας
    και να ματώνουν τα λόγια μας, Μαρία, του Αγίου Πνεύματος νύφη,
    καταχρεωμένοι όπως ήμασταν με μια κατάρα βαριά
    πώς να τολμούσαμε να φέρουμε σ’ εφαρμογή αδιάσειστη
    όχι μόνο την υποχρέωση της χαράς
    μα και να τελετουργήσουμε και την ποιότητά της, Απειρόγαμε;
    Άμμος οι μέρες κύλησαν αριθμημένες,
    ό,τι καλό συλλογιστήκαμε εξαφανίστηκε γοργά
    όπως το κομψό κι ευκίνητο πλευρό στου ψαριού το κολύμπημα.
    (Σε παρακαλώ, Μαρία Αγνή, γέμιζε με πίστη την καρδιά μου
    και βάθαινε, πολύ βάθαινε της εξωτερικής
    και της εσωτερικής ελευθερίας μου την επιθυμία).
    Καθημερινά μάς έκλεβαν τον κόπο μας οι πλούσιοι
    κι εμείς πένητες συνέχεια, δέξου μαζί μας να σταθείς
    και τη δικαιοσύνη μας να διαφεντέψεις
    ώστε να μην ονομαζόμαστε παιδιά της κατάρας παρά τέκνα,
    που όφειλαν το χρέος να έχουν από μια παγκόσμια χαρά
    και από συναδέρφωση ένα δικό τους μερίδιο·
    κι ακόμη να μην είναι πολύ μακριά μας
    έστω και το ομοίωμα της ευτυχίας
    ώστε ποτέ να μην την γνωρίζουμε ούτε από την εικόνα της,
    σαν ένα παιδάκι όπως εγώ,
    που έχασε την αγρότισσα μητέρα του σ’ ένα χωριό, στην Πλάτσα της Μάνης
    και δεν είχε ούτε μια φωτογραφία της
    για να την θυμάται και να την βλέπει πώς ήταν.
    Ω, να μην κολλήσει η κατάρα πάνω μας σαν εσωτερικόν ιμάτιο,
    ω Μάνα Σεπτή, να μην εκπηδά η μέρα από της αράς τη συνέχεια,
    όπως πηδούν μέσα στο μεσημέρι του καλοκαιριού
    οι χρωματιστές λάμψεις από την εκπήδηση της ακρίδας
    στο βηματισμόν ενός στρατοκόπου·
    μπορεί ποτέ να βρεθεί μέλι και μέλισσα μέσα στην έρημο;
    Μπορεί να βρεθεί χαρά λίγη για τους ορφανούς της αγάπης;
    Το ξέρουμε πως ο γιος Σου και Θεός μας, φόρεσε των ύβρεων το στέφανο
    και των γιούχα την πλήθουσα ζώνη και τον εμπαιγμό της
    και την οδύνη των αγκαθιών και τον πόνο των καρφιών
    στα χέρια και στα πόδια του,
    που άπλωναν και περπατούσαν και ευαγγέλιζαν
    στους μάταιους και παράλογους ανθρώπους,
    της ώριμης ειρήνης τη χαροποιόν είδηση,
    σ’ ένα κόσμο παλαιό σαν ένα γερασμένον ένδυμα πολυφορεμένον,
    ενώ έπρεπε να ’χε ντυθεί με μια δίαιτα και ενδυμασία καινούρια.
    Μάνα του Θεού, διψάσαμε για την ανεξαρτησία,
    κανείς άλλος όπως εμείς δε γνωρίζει τη δίψα της
    σα μια ρίζα διψασμένη για νερό
    για να πλάθει όλα τα χρώματα να στολίζουν την ημέρα
    και τους καρπούς τους γελαστούς,
    τη χαρά των ταπεινών γόνιμων δέντρων·
    οι ξένοι μάς ήταν μισητοί και πατούσανε
    και καταστρέφανε πάντοτε τα συμφέροντα της πατρίδας
    και πάντα μάς μάτωναν, πολύ μάς μάτωναν,
    μας μάτωναν, Μάνα του Θεού κι ύστερα μας πρόδιναν και μας κατάτρεχαν
    κι ήταν για μας σα μια κακιά μητριά –
    έτσι θέλανε να βλέπουμε και να μας βλέπει η πατρίδα
    σα μητριά σαδιστική και το αίμα μας να ζητά –
    μας κηδεμόνευαν λοιπόν οι ξένοι και μας λεηλατούσαν,
    μόλυναν την κάθε πράξη της ελευθερίας μας
    με τη δική τους αγνωμοσύνη
    δυσκόλευαν την ελεύθερη αναπνοή της πατρίδας
    κι ήταν πάντα για μας εδώ, αλίμονον, οι ξένοι
    σαν ένα σκοτεινό και φαιό φρέαρ
    και μας έκλεινε και μας κατάπινε την απεραντοσύνη μας·
    μα εμείς πεινούσαμε για λευτεριά,
    για να ’μασταν στο σπίτι μας εμείς αφεντικά
    κι ήταν ελευθερία μέσα στο αίμα μας κληρονομημένη
    και τη θέλαμε ακέραιη και ακηδεμόνευτη
    με ίσα δικαιώματα με τους συμμάχους,
    κι όχι υποτελείς των δικών τους μόνο συμφερόντων
    και καταποντισμό των ιδικών μας·
    κι ήταν αχάριστοι προσκομίζοντάς μας στο τέλος μια λευτεριά ψευδή
    σ’ ένα καθαρό και κρυστάλλινον ήλιο
    σε μας που ήμασταν κάποτε, Δέσποινα, πικροδέσποινα,
    του κόσμου το πολιτιστικό θαυμάσιο Παιδευτήριο.
    Κύκλωνέ μας με τους κύκλους της αφοβίας,
    ώστε οι μέρες μας να μένουν αδείλιαστες
    και καθαρές από κάθε μας υποτέλεια,
    γιατί με άφθονο το αίμα μας, κερδίσαμε της ελευθερίας το ιερό μας κέρδος,
    που μας την κακοποίησαν οι κηδεμόνες μας,
    όταν μπήκαμε σ’ αυτή και μας την στένευαν, μας την μείωναν,
    στηριγμένοι στη δική τους την αχάριστη άνεση
    και στον αντιπατριωτισμό των ολιγαρχικών των εντοπίων μας.
    Κοινοποίησέ μας τη θέληση της Σωφροσύνης και της συνετής ομοθυμίας.
    Λύνε μας από τον κακό φανατισμό των παθών μας,
    Εσύ που γέμιζες με γόους τον αγέρα, όταν έβλεπες κρεμασμένο το γιο Σου,
    που μ’ ένα νεύμα μπορούσε να κρατεί τη γη και τα σύμπαντα μετέωρα,
    δεμένα με της μουσικής τους την έλξη·
    δείχνε μας με την αστραπή του φωτός Σου την κοσμική γνώση
    για τη ρωμαλεότητα της αλήθειας τη λαμπρυνόμενη συνεχώς ύφανση·
    όχι, δε θα κρύψουμε ποτέ
    το φως της πανανθρώπινης αγάπης κάτω από ένα μόδιο·
    δε θα μας την αφαιρέσει ποτέ κανένας
    κρύφιος βαθύς και απορροφητικός πυθμένας·
    από κάθε μίσος και διχασμό γύμναζε και φώτιζέ μας
    με της εξωτερικής και της εσωτερικής ευημερίας μας την πάτρια επάνοδο·
    κι άφηνέ μας να θυμόμασταν πως κάποτε κι εμείς υπήρξαμε
    κάποιων αναμάρτητων κήπων γηγενείς κι απόδημοι.
    Ήμασταν ανάμεικτοι με φως και σκοτάδι
    και δε φροντίζαμε να ισχυροποιούμε το ενδότερο φως,
    (λάβε την καλοσύνη Σου και την άπλα της να μας συντρέχει,
    να μη χάνουμε αυτό το μεγάλο φως,
    όταν αλύπητα οι θύελλες του βίου μάς δέρνουν, Αειπάρθενε)
    ξηραίναμε την καρδιά μας στην κάθε κακία και στο έγκλημα·
    παίρναμε τον άρτο της χαράς από το δικαίωμα του γείτονά μας·
    σείε λοιπόν την ψυχή μας με της αγάπης το παγκόσμιο φως·
    έλεος, λοιπόν, έλεος, λοιπόν έλεος, Θεοτόκε,
    εσύ που είσαι όλων των Οικτιρμών το αξήραντο φρέαρ.

    Δεν είχε ο πόνος μας λέξεις να ντύνεται και να παρηγορείται·
    δεν είχαν τα μάτια μας δάκρυα·
    τί λέξεις πια να βρούμε, για να εικονίσουμε τα μεγάλα χαμένα καλά;
    Όλες τις λέξεις τις είχαμε καταστρέψει
    κι ας ήταν εδώ ένας ήλιος κρυστάλλινος
    το γαλάζιο ύφασμα της ημέρας να υφαίνει
    και να μεταφράζουν τα δέντρα τα τραγούδια τους
    με τη λύρα του ανέμου εφοδιασμένα
    κι έλεγα, Θεοφόρητη Κόρη, να ’ταν η καρδιά η πανανθρώπινη
    μια φιάλη χρυσή γεμάτη γιορτή
    για να ’χαμε χτυπήσει επιτέλους το μίσος
    και το σκοτεινό χωριστικό κέρδος μ’ ένα νικητήριον ακόντιο·
    δυνάμωνε το δικαίωμα στην κόλαση,
    που η μοίρα και μόνοι μας χωρίς να το καταλάβουμε ριχτήκαμε,
    να την υποφέρουμε,
    Εσύ του Θεού Πύλη και της ευσπλαχνίας η Πηγή
    και των αγαθών πραγμάτων Θεμελιώτρια·
    (κι εγώ ήμουν μια έμψυχη φιάλη προσευχής,
    μη μ’ αμελήσεις, μη μ’ αμελείς, Μάνα καλή).
    Διάλυσε λοιπόν όλα τα μίση των εθνών γκρεμίζοντας
    τους αστείους κι άπληστους χωριστικούς τους, φράχτες
    Εσύ που είσαι το πιο γλυκό Συμφωνικό Ποίημα των Ουρανών των Ασωμάτων.
    αυτό το σκοτεινό πηγάδι μ’ όλα τα «θέλω» που ποτέ του δε γεμίζει;
    Από των αγκαθιών μας την καταδίκη ξέντυνέ μας, ω ξέντυνέ μας.
    (Δίνε μου τη χαρά να ξετινάζω κάθε ρίζα του κακού,
    όπως η σφεντόνα μακριά ρίχνει την πέτρα),
    Εσύ που μένεις Ανεξίκακη και θέλησέ μας να θέλουμε
    να υπηρετούμε την ομορφιά και την ειρήνη πολύ πιστά,
    όπως οι πτέρυγες υπηρετούν τα πουλιά.
    Κοίταξέ μας να στεκόμαστε στο κουράγιο μας καλά
    κι άφηνέ μας να ’χουμε του κόπου μας τη νίκη·
    κι όταν ο καπνός πνίγει,
    άφηνέ μας τη θύρα του θανάτου ορθάνοιχτη για να φεύγουμε
    και να μη μας θεωρήσεις δραπέτες
    όπως οι φεουδάρχες τους δουλοπάροικους τους κολλημένους στην ξένη γη
    και στους καταναγκασμούς τους, όπως το ρετσίνι στο πεύκο.
    Καλοσύνεψε την καρδιά μας και ειρήνεψέ την
    γιατί ερχόμασταν από τους σύγχρονους παγετώνες,
    ζέσταινέ μας λοιπόν, ω Θεοτόκε·
    άχυρα στη ρίζα της θύελλας εδώ μοιάζαμε
    και το ανοιγμένο μας το εσωτερικό το τραύμα μας επούλωνέ το,
    ω καλή Κόρη και να γυρίζουμε, παραχώρησέ μας τη χαρά,
    γεμάτη από εργασία φωτεινή στο σπίτι μας
    όπως οι μέλισσες στην κυψέλη τους.

    Μητέρα των Σύμπαντων, άφησέ με να φορώ της αντοχής το φόρεμα
    και να βλέπω με μάτια χωρίς εσωτερική ταραχή τα συμβαίνοντα
    όπως τα μάτια των αγριμιών βλέπουν πιο καλά
    όταν η μέρα φοράει το φόρεμα της νύχτας·
    μη μ’ εγκαταλείπεις κι όταν η μοναξιά με σφίγγει,
    μεταμορφώνετέ την σε γόνιμη,
    όπως μια γη πράσινη ψάλλει
    με τη σιωπηλή πολύχρωμη μουσική των ανθέων της
    και των γελαστών κι οπάλινων καρπών της·
    μη μ’ εγκαταλείπεις, Πανάγαθη, μη μ’ εγκαταλείψεις.
    Σαν τελειώσει το έργο μου ας έρθει ο θάνατος·
    ένα δέντρο φεύγει κι αφήνει τους σπόρους μ’ εμπιστοσύνη
    στων ανέμων το χέρι για να μην τελειώνουν,
    όπως δεν τελειώνει τον υμνητικό τους το χορό
    τ’ άπειρο πλήθος των άστρων και των εντόμων·
    οδήγησε την πατρίδα μου νυχθημερόν να φρουρεί την ειρήνη
    και σ’ αυτήν ορθά να οιακίζεται μ’ όλη τη θερμότητα της καρδιάς
    για να μην την αναριπίζουν των παθών άνεμοι
    και η κτητική καταστρεπτική αφώλιαστη φωτιά του κέρδους
    που καταστρέφει λαούς και έθνη μέσα σε μια στιγμή,
    Εσύ που εστάθης το πιο αγνό και ουράνιο κρίνο του Θεού,
    το Πρώτο ύψωμα του Θεού αθόλωτο και ακαθαίρετο·
    μην ολιγοστεύεις την αγάπη και μολύνουμε την καρδιά μας·
    στρέφε και την Επιμέλειά Σου για να μη μείνουμε δειλοί και ενδεείς
    από της αρχαίας μας δύναμης τη γνησιότητα.

    Φρόντιζε να φροντίζουμε κι εμείς ποτέ να μη συληθεί της ψυχής ο τόπος
    και σκοτεινιάσει γύρω μας και μείνουμε παρευθύς από κάθε φως έξω·
    Ήμασταν λίγη γη·
    ας αναγνωρίζαμε εντός μας και λίγο Συμπαντικόν ουρανό
    κι ας σπουδάζουμε με μια καθημερινή μας επιμέλεια
    να μένει από κάθε πλήξιμον εκτός.
    Το ξέραμε πως δεν υπήρχε, όπως στη συλλεκτική την εποχή
    μάζευαν οι γυναίκες τις ρίζες της προϊστορικής τους της τροφής,
    ένας τρόπος να συλλέξουμε ούτε κι ένα ψίχουλο
    από τον καταστραμμένο μας παράδεισο·
    άφηνέ μας ήσυχα στο τέλος ν’ αναγνωρίζουμε και καθαρά κι όχι δύσμορφα
    κι ακινητοποιημένα τα φτερά της ψυχής μας·
    είθε να φροντίζαμε να ’ταν οι πράξεις μας επιβάθρες (1) των λόγων όλες ψηλές,
    όπως τα πτηνά τ’ ουρανού,
    είναι προικισμένα από της αγάπης της ουράνιας την έφεση
    που δε μένει χαμηλά, παρά σ’ ουράνια υπερώα, Αγαθή,
    τέρπονται να πλησιάζουν.

    Γέμισα την ψυχή μου από κάθε κηλίδα σκοτεινή
    και μ’ όλα τα ποτάμια των δακρύων μου
    δεν έχει καθαρίσει για να γίνει και πάλι διαυγής·
    καταδέξου να στείλεις τη μεγάλη Σου Στοργή να τη φωτίσει·
    κατάσεισε την κακία και το κάθε πνεύμα του φόβου και της δειλίας,
    για να ’χω κι εγώ τα μέλη μου μ’ ευχέρεια παραχωρήσει στους βασανιστές μου,
    κλεισμένος σε μια λέξη «δεν ξέρω»,
    όπως το κοράκι της νύχτας τού Πόε
    ήταν κλεισμένο σε μια μόνη πρόταση «Ποτέ πια».

    Δίδαξέ μας, Δέσποινα της επιμέλειας και της εργασίας την εξουσία
    γιατί καμιά νωθρότης και οκνηρία δεν υπάρχει στα Σύμπαντα.
    Τα πόδια του Θεού μας που ευαγγέλιζαν την ειρήνη,
    γνώριζαν να δαμάζουν της θαλασσινής τρικυμίας το ρευστό δάπεδο·
    τα πάθη μας αγκαθερά και το αίμα σημειώνει της οδοιπορίας μας τα σημεία·
    ανάσυρέ μας, ω ανάσερνέ μας από το βυθό του εσωτερικού μας χάους,
    ενισχύοντας την ποιότητα της υπομονής μας, Θεοτόκε.

    Πλούτιζε με τον καρπό της αντοχής
    στους επηρμένους και παράλογους αυτούς καιρούς
    όπου η λεπίδα της απειλής δίνει και παίρνει
    αστράφτοντας στην όραση των θνητών.
    Πλούτιζέ μας με φως, πολύ φως,
    για να επιδιώκουμε και να παράγουμε το άριστο φως
    σα μια μαύρη γη γόνιμη, της ήπιας βροχής θυγατέρα,
    Εσύ που έγινες η πιο εύσημη του Θεού πληροφορία.

    Πρέσβευε, Μαρία καλή, στο Γιο Σου και Θεό μας
    να μην έχει γεμάτες τις φιάλες της οργής του εναντίον μας
    κι όταν κολυμπούμε μέσα στων πλημμελημάτων μας το πλήθος·
    βοήθησέ μας να εκμηδενίζουμε των αγκαθιών μας την παροξυσμένην
    και την υψικέφαλη την αναίδεια,
    για να εκτοπίζουμε όλα τα φράγματα της κακίας·
    ο Γιος Σου και Θεός μας γνώρισε τον παραλογισμό μας
    και δεν είχε τη δύναμη να κρυφτεί πουθενά από τον επίγειο φθόνο·
    λοιπόν μην επιμένεις να φορούμε αυτό το καθημερινό μας σωματικό φορτίο.
    Κάνε το πιο ανθεκτικό και πιο ελαφρό
    για μας τους σύγχρονους ανθρώπους, Θεοτόκε·
    κοίταξέ μας μ’ αυτό το αφοσιωμένο σκύψιμο του κεφαλιού Σου
    πάνω στο Γιο Σου και Θεό μας,
    γιατί οι μέρες μας γέμισαν διπλωματικές
    κι άλλες δουλικές αστείες θεατρικές υποκλίσεις
    και υποκριτικές της ειρήνης εμφανίσεις·
    κι απόκτησαν και το χαμαίζηλο σκύψιμο στις επάρσεις των ισχυρών,
    που αφαιρεί της δύναμης και της ανεξαρτησίας την ικμάδα,
    τόσο που καταλήξαμε να μην έχουμε δικό μας πρόσωπο
    παρά ένα συνέχεια ξένο.

    (Συ αρωγός μου γίνε, ώστε κάθε μου μέρα να μη βράζει
    και να μου προσφέρει έτοιμο το χλωρό της κώνειο).

    Φωτόλουζε τη Σωφροσύνη μας για να σμίξουμε όλοι
    σε μια παγκόσμια προσευχή ειρήνης
    και να την ανεβάσουμε με τους ώμους μας όλοι σε Πράξη
    και να την στηρίξουμε καλά, όπως οι Ελληνικοί κίονες στόλιζαν
    και στήριζαν το Θεό και τον κατοικητήριό του,
    όπως οι Σεμνές μας Καρυάτιδες κόρες το Ερέχθειο,
    για να προστατεύουμε της προσευχής το οχυρό, Πανάμωμη Κόρη.
    Φώτιζε τους ευρωπαϊκούς λαούς να ξετυφλώνουν τις κυβερνήσεις τους
    ώστε να μη δέχονται να γίνονται οι Ευρωπαϊκοί λαοί
    Πυρηνικοί όμηροι των υπερδυνάμεων,
    όπως κάποτε στον εμφύλιο πόλεμο
    για να τρομάζουν τους αντιπάλους, τους απειλούσαν
    πως θα τους έδεναν την ώρα της επίθεσης
    στα φεγγαρόφωτα συρματοπλέγματα κρεμασμένους.

    (Τελεσφόρησε να σώζομαι από την τιμωρία
    των προγονικών αμαρτιών μου και να δύναμαι,
    μέσα στην εσωτερική την ανήσυχη τη δίνη τους να μπαίνω
    παρά έτσι να συλλαμβάνομαι και να περιστρέφομαι,
    μ’ όλα τα μελανά σημεία τους φορτωμένος
    σαν ένας Ιξίονας μέσα στ’ άφεγγα τα Τάρταρα).

    Ευωδιαστό κρίνο των Ουρανών όλων άνοιξε τα χέρια Σου
    φτερούγες γεμάτες μάτια
    και παρακάλεσε να λιγοστέψουμε την κόλασή μας εδώ·
    θα το αναγνωρίσουμε, όπως ασφαλώς αναγνωρίζουμε,
    πως οι κίονες των Αιγυπτίων είχαν το σχήμα του φοίνικα και του παπύρου.

    (Γύμναζέ με να τραγουδώ πως μπορεί μια μέρα ο κόσμος αυτός
    να συναδερφωθεί και ν’ απαλλαγεί από της απληστίας το ζόφο
    καθώς διαφεύγει μέσ’ από το βρόχο της η δορκάδα).

    Σου στρώνω όλο το γονατισμό των γονυκλισιών μου
    και δέομαι να μου δώσεις τη μεγάλη υπομονή,
    την πηγή των παθών μου να σβήνω.
    Σου στρώνω όλη μου την υπερήφανη γεμάτη καρπούς ταπεινότητα.

    Μάνα του κόσμου, δε λέει να λιγοστέψει, δε λιγοστεύει ο πόνος
    και δεν εξαλείφεται ο παραλογισμός του ανθρώπου·
    κι αφηνόμαστε να μας τρώγουν την καρδιά τα εξωτερικά
    και τα εσωτερικά μας τ’ αγρίμια·
    χορήγησε τη χορηγία της αντοχής να τ’ ανθέξει όλα,
    αρχίζοντας να ξετυλίγει το κουβάρι της φρόνησης
    στην απέραντη την καρδιά μας,
    για να με συντρέξεις ν’ ανακαλύψω τη μεγάλη θέληση
    ν’ ανασυνταχθώ και να νικήσω
    των εκτοξευμένων ενάντιων βελών το θόρυβο
    με τη χορήγηση του Συμπαντικού θώρακα
    και της Συμπαντικής φαρέτρας.
    (Στέρξε να ’ναι για όλους μας το αύριο,
    ένα φωτεινό παράθυρο, Γλυκοφιλούσα).
    Μάραινε, ω μάρανε τα πιο δηλητηριώδη της πλάνης άνθη, Θεοφίλητη
    και σκέπαζέ μας με της ευσπλαχνίας Σου τ’ άριστα πέπλα
    και με της καλοσύνης στέγαζέ μας ω Στέγαζέ μας τη στέρεη στέγη.

    Σε μια πτυχή από τις άπειρες του ουράνιου φορέματός Σου κρύψε μας
    από την πολλή τη σύγχρονη την πειρατική
    και την άκαρπη δολοφονική κακία
    μέχρις ότου ακμάσει του σοβαρού θάρρους μας το φτερό
    την τρικυμία να κόβει μανιωδών ανέμων
    καθώς αφήνει από το φτερό του να παίρνει το πρώτο πέταγμα στο κενό,

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Στα σπίτια του Νότου

    Ο θάνατος, θυμάμαι, εκεί στα σπίτια τού Νότου ήταν ένα σκοτεινό γεγονός,
    ίσως γιατί υπήρχε πολύς ήλιος παντού, γυμνός, άφθονος.
    Κλείνονταν τα παράθυρα όταν του νεκρού περνούσε ἡ ακολουθία
    κάτω από τα σπίτια τα παλιά και οι ένοικοι την πομπή
    πίσω από τις κατεβασμένες κουρτίνες κρυφά παρακολουθούσαν.

    Κάποια μεσημέρια ασάλευτα, φωνές από μοιρολογίστρες
    τη χλιαρή τους έκοβαν άνεση σα μαχαίρια ακονισμένα.
    Στα σπίτια εκείνα του Νότου
    ο νεκρός ήταν μέσα στο σκοτάδι του αιώνια βυθισμένος,
    στους μικρούς του ληστές, τα σκουλήκια του αφιερωμένος,
    μακριά από το αστραφτερό φως, που ντύσιμο δε δεχότανε κανένα.
    Εκεί, στα σπίτια τού Νότου, οι νεκροί ερχόνταν πάλι
    και ζητούσανε τα κρεβάτια τους με το στεναγμό τού ανέμου,
    μ’ άδεια μάτια, ενώ τα ποντίκια ροκάνιζαν
    μέσα στα μεσάνυχτα τα πατώματα τα φαγωμένα από το σαράκι,
    τις κατάκλειστες ντουλάπες με τα ενδύματα
    και τις φωτογραφίες τού ταξιδεμένου,
    εκεί στο Νότο όπου οι μυγδαλιές
    πολύ γρήγορα ανθούσανε τ’ άνθια τους
    σαν κύματα σ’ ακρογιάλι αφρισμένα.

    Νέα Εστία. Τεύχος 964. Έτος 1967

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Λακεδαιμόνιος

    Πάντα μου άρεσε στην αφιέρωση των λαφύρων στο Ναό τής Αθηνάς Προμάχου
    εκείνο το «πλην Λακεδαιμονίων».
    Ακόμα και σήμερα το θαυμάζω. Λακεδαιμόνιος δεν είμαι;

    Ηπειρωτική Εστία. Τεύχος 124. Αύγουστος 1962

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Θερμοπύλες

    Αφήστε, αφήστε ήσυχους όσους πολέμησαν στις Θερμοπύλες,
    τους τριακόσιους τού Λεωνίδα τους βαρύναμε με τη δόξα μας,
    δεν ήταν ήρωες γιατί έπεσαν στις θέσεις τους,
    παρά γιατί ήταν δεμένοι μ’ ένα παμπάλαιο χρέος.
    Καλύτερα που δε γύρισαν πίσω στο στρατόπεδο τής Σπάρτης,
    καλύτερα που δεν άκουσαν πάλι πολλά για το καθήκον
    Το θάνατο τον ήθελαν, γιατί τους ήταν μια σωτηρία από τη Σπάρτη.

    Ηπειρωτική Εστία. Τεύχος 115. Νοέμβριος 1961

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Μουσική

    Σαν μουσική που σβήνει μακριά τα θερινά μεσάνυχτα
    κι ανοίγεις το παράθυρό σου, για να την σώσεις μες στης μνήμης τη ζωή,
    έτσι τα μάτια της χάθηκαν να φωτίζουν μιαν άλλη νύχτα,
    και δεν έχουν τα πράγματα την ίδια μουσική.
    Πώς φεύγει μια αγαπημένη ψυχή
    κι αδειάζουν οι δρόμοι και τα σπίτια,
    πώς χαιρετά το σώμα μια ψυχή την ώρα που έχουν οι άγγελοι χαθεί,
    σαν μουσική σβησμένη κι η δική της η φωνή.
    Μην την πήρεν η άνοιξη των λουλουδιών;
    Μην την πήρε της πεταλούδας το πέταγμα;
    Αν υπήρχεν άνεμος,
    θα τραγουδούσε το δικό της καημό στα δέντρα,
    αν υπήρχαν παιδικά σύννεφα,
    θα τραγουδούσαν την ομορφιά της στις στέρνες τής Αρεόπολης
    κι αν υπήρχαν παιδικά μαγαζιά,
    θ’ αγοράζαμε παιδικά παράθυρα να κοιτάζουμε τον κόσμο.
    Εμείς δεν είχαμε σπίτια,
    πουλιά λαβωμένα χωρίς ουρανό!

    Νέα Πορεία. Τεύχη 5-6. Ιούλιος-Αύγουστος 1955

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Το στάχυ

    Νομίζω πως όλα έχουν αίσθηση
    κι αυτό το ξερό αστάχυ ως το αγγίζω
    θαρρώ ότι ακούω μιαν απόκρισή του σκοτεινή
    μέσα από τη ρίζα του τη γεμάτη μάτια πράσινα.

    Το κοιτώ και συλλογίζομαι πόσο είναι αυτό το στάχυ τόσο ανθεκτικό
    στην πέτρα την άγρια φυτρωμένο
    κι ας τό ‘δειρε ο βοριάς κι ας ντύθηκε του χιονιού το βάρος.
    Αισθάνομαι να μ’ απαντά, να μου μιλά
    για την άνοιξή μου την παντοτινή και την ουράνια.

    Νέα Εστία. Τεύχος 932. 1 Μαΐου 1966

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Η καλύβα μου

    Είμαι μια έρημος που ονειρεύεται νερό,
    θροΐσματα καλαμιώνων,
    να κόβω καλάμια ή σπάρτα,
    να πλέκω την καλύβα μου,
    δέντρα να σχεδιάζω,
    για νά ‘ρχεται το λελέκι
    στο φούντωμα της άνοιξης
    και να καταδέχεται
    στο καυτό έδαφος των φιδιών
    να γράφει τη σκιά του.

    Νέα Εστία. Τεύχος 913. 15 Ιουλίου 1965

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Εύθυμη πολιτεία

    Δεν έχει οχυρά η πολιτεία αυτή που ήρθα, ούτε φρουρούς
    γιατί πιστεύει στη χαρά και την ευθυμία.
    Δεν έχει επάλξεις,
    αφού οι πολίτες πιστεύουν στην εσωτερική, τη χαρούμενή τους διάθεση.
    Τα παλιά της οχυρωματικά έργα τα παμπάλαια
    είναι θαμμένα βαθιά μέσα στα χώματά της,
    όπου πάνω τους τώρα πρασινίζουν τα στάχυα της
    κι΄ ανθοβολούν, ευωδιάζουν και καρποφορούν τα περιβόλια της.

    Από τη συλλογή «Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι» (1981)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Πολεμική διήγηση

    Στ’ αναμμένο τζάκι, στης φλόγας το τριζοβόλημα
    μας έλεγε ο παππούς μας,
    όπως έσειε ο αγέρας τα πορτόφυλλα,
    ως ανέμιζαν οι κουρτίνες με διάκριση και γέμιζε το δωμάτιο σκιές,
    μας έλεγε ο παππούς,
    ότι ήταν κάποτε μια νύχτα,
    μέχρι τη μέση βρεγμένος μέσα στο νερό στα χαρακώματα,
    όλοι ήταν μέσα στο νερό κι άστραφτε, άστραφτε, άστραφτε
    κι οι πυροβολητές πίσω τους διόρθωναν στο φως τής αστραπής,
    το στόχαστρο στα πυροβόλα τους.
    Κι έλεγε πάλι ο παππούς
    πως κάποιο πρωινό βρέθηκαν σ’ ένα κάμπο, σ’ ένα λιβάδι από λουλούδια
    τόσα πολλά που τους γέμισε με το χέρι του το αγέρι την κεφαλή,
    το σώμα τους μ’ ολόκληρα στεφάνια από λουλούδια,
    έτσι που σαν οι πολέμιοι τους είδαν όλους στεφανωμένους,
    στολισμένους όλους με τ’ ωραίο, το αποφασιστικό θάρρος τού Θανάτου,
    έφυγαν, έφυγαν.
    Μας διηγιόταν ο παππούς και η φλόγα στο τζάκι, οι σκιές στους τοίχους
    κι εκείνες θαρρείς άκουγαν, η φλόγα, οι σκιές άκουγαν και γελούσαν.

    Από τη συλλογή «Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι» (1981)

  • ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
  • Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Στέλιο Λουκά (1996)

    Συνέντευξη του Σαράντου Παυλέα στον δημοσιογράφο Στέλιο Λουκά.

    Ο Παλαμάς, τα χρόνια της κατοχής, η Ποίηση σαν μουσικός παλμός του σύμπαντος, ο Θεός ως απόλυτη ύπαρξη, άναρχη, ατελεύτητη στην οποία μετέχουν οι άνθρωποι, το πάθος για την ελευθερία και η Αγάπη ως λύτρωση.

    Η Συνέντευξη δόθηκε για την εκπομπή «…και η γλώσσα είναι πατρίδα» στην TV100 το 1996.