• ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Ρωμαΐζαμε λοιπόν συνεχώς Ρωμαΐζαμε

    Έπρεπε να προσέχουμε τον Κύριον Αντίοχο
    τον επονομαζόμενο μεγάλο
    και τον Φίλιππο τον Ε΄ της Μακεδονίας
    φώναζαν της Συγκλήτου τα δόγματα·
    διαιρούσαν όλο και περισσότερο τις δύο Ελληνικές Συμπολιτείες
    πιστό χωροφύλακα έχοντα το κράτος της Περγάμου
    και ιδιαίτερα εκείνον τον ακατανόμαστο
    τον Κύριο Ευμένη το δεύτερο.
    Δυστυχώς δεν ενώθηκαν ποτέ ο Αντίοχος και ο Φίλιππος
    και οι δυο μάχες στις Κυνός Κεφαλές και στη Μαγνησία
    έδειξαν πόσο υπερτερούσαν
    η κατά τάγματα ευέλικτη λεγεώνα
    έναντι της άκαμπτης Μακεδονικής φάλαγγας
    και πόσον ανώτερα ήταν τα όπλα από κατεργασμένο σίδηρο
    από εκείνα του χυτοσιδήρου·
    πολύ πρόσεξαν οι Ρωμαίοι το νικημένο Αννίβα
    όταν κατέφυγε μάλιστα στην Αυλή του Αντίοχου στην Έφεσο
    και απαίτησαν την χωρίς όρους απομάκρυνσή του.
    Δουλικός πολύ ο Κύριος Ευμένης ο δεύτερος, υπηρέτης τους
    κατηγορούσε
    τον τραγικό βασιλέα της Μακεδονίας τον Κύριο Περσέα
    πως είχε συνεννοήσεις
    με τον βασιλέα των Ιλλυριών τον Κύριο Γένθιο·
    έπρεπε λοιπόν να εξουδετερωθούν οι Ιλλυριοί
    και όσοι Θράκες προσεχώρησαν
    έστω όχι αποφασιστικά στον Περσέα.
    Πολύ αργά όμως δεν πρόφτασε,
    εκείνος ο Φίλιππος ο πατέρας του Μεγαλέξανδρου
    μετά στης Κορίνθου το σύνεδρο, που κήρυττε
    την ένωση όλων των Ελληνικών πόλεων κρατών και των λιμένων
    να προχωρήσει βαθιά στα Βαλκάνια
    πριν σκορπιστεί ο ελληνισμός στα βάθη της Ασίας
    και καταλάβει έπειτα τη μεγάλη εκείνη Κόρινθο
    ο χοντρός και αγροίκος και ανεκδιήγητος Μόμμιος
    «διά ολιγανθρωπίαν».

    Α εκείνα τα υποκριτικά Δόγματα της Συγκλήτου
    για δήθεν ανεξαρτησία των Ελληνικών κρατών πόλεων.
    Α εκείνα τα σκληρά Δόγματα της Ρωμαϊκής Συγκλήτου
    και εκείνη η σπουδή
    για εγκατάσταση Ρωμαϊζουσών κυβερνήσεων στην Ελλάδα.
    (Ρωμαΐζαμε λοιπόν συνεχώς
    εξακολουθούσαμε να Ρωμαΐζουμε
    πάντοτε ανάλογα κι εμείς
    κι εμείς σήμερα με άλλους τρόπους να Ρωμαΐζουμε,
    όπως τότε να Ρωμαΐζουμε).

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Μάνη

    Αν ήταν να σας τραγουδήσω μια λησμονημένην Επαρχία,
    θα σας τραγουδούσα τη μακρινή μας Αρεόπολη,
    αν ήταν να σας τραγουδήσω τις ελιές,
    θα σας τραγουδούσα τις ελιές της Αρεόπολης,
    τα παλαιά σπίτια να κλείνουν με τις βαριές αμπάρες
    και τους σύρτες της Κυριακής,
    θα σας τραγουδούσα τον άνεμο της Αρεόπολης
    να σημαίνει την καμπάνα στο ψηλό της καμπαναριό,
    και να σας λέει για πέλαγα και θαλασσινές σπηλιές
    όπου οι νύμφες υφαίνουν στους αργαλειούς,
    κι οι μέλισσες γεννούν του Ωκεανού το μέλι.
    Αν σας έγραφα κάτι, θα σας έγραφα τη νοσταλγία μου για την Αρεόπολη,
    όπου οι σκληρές Μανιάτισσες φορτώνουν στα γαϊδουράκια τους
    την υπομονή και την ανέχεια,
    θα σας μιλούσα για τους πέτρινους ανθρώπους της Μάνης
    πιστούς στην αλήθεια και τη λιτότητα
    να βρέχουν ένα περήφανο ψωμί και ν’ ανάβουν της ελπίδας το λυχνάρι.
    Θα σας μιλούσαμε για τα κορίτσια της Μάνης
    να ονειρεύονται στο μάζεμα της ελιάς τον αγαπητικό τους…
    για τα παιδικά σας μαγαζιά με τ’ αφεντικά τους σήμερα χώμα.
    Κι αν ήταν να σας έλεγα κάτι στον εαυτό του συγκεντρωμένο
    θα σας έλεγα για το Κοιμητήρι της Αρεόπολης
    με το στριφτόδρομο και τα χοντρά χαλίκια
    για ν’ αφήνουν τα παπούτσια σας ένα σοβαρόν ήχο,
    στα μακρινά κοιμητήρια της Μάνης
    όπου αναπαύονται γέροι ξωμάχοι και ναυτικοί.

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Λειτουργική ύπαρξη

    Στη βραχώδικη Μάνη οι στεγνές, πεισματικές ρίζες
    απλώνονταν βαθιά και κάποτε έσπαζαν το βράχο
    για ν’ αντικρίσουν με μια τους διακλάδωση τον ήλιο και το φεγγάρι
    που ήταν άσπρο σαν ένα άταφου σκοτωμένου κόκκαλο.
    Κι όλα λειτουργικά ήταν εδώ
    σαν τη μετανάστευση, κάτω στο βυθό το θαλάσσιο, των καραβίδων
    στη χειμωνιάτικη εποχή μέσα στη νύχτα
    σε μια γραμμή ενωμένες σε μακριές ομάδες
    και σειρές σχηματισμένες με τις ουρές τους
    και τις κεραίες τους σαν το γράμμα ύψιλον
    και χρησιμοποιώντας την οπτική τους την αφή πορεύονται βαθιά,
    ενώ πάνω τους στην επιφάνεια της θάλασσας
    τα κύματα βουνά γίνονται μανιώδη.
    Κι όλα ρυθμισμένα εδώ όχι μηχανικά
    γιατί σε κάθε μετανάστευση των καραβίδων στους τροπικούς τόπους
    προμηθεύονται μέσα στα νυχτερινά τους μάτια, του φωτός τους τη βαφή.
    Όλα εδώ είναι στημένα στο σκοπό τους,
    γιατί το αρσενικό κοτσύφι, όταν το θηλυκό τελειώνει την επώαση
    και τρυπάει ο νεοσσός τους το κέλυφος του αυγού του,
    τα λείψανα τα αιχμηρά τα παίρνει κι έξω από τη φωλιά του τα πετάει,
    για να μην τραυματιστεί το άπλερον ακόμη το κοτσύφι
    που δεν ξέρει τί θα ειπεί πρωί και τί σημαίνει ηλιοβασίλεμα.

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Ύμνος στην παιδική μου Αρεόπολη

    Μέσα μου πάντα έχω την παιδική μου Αρεόπολη,
    την ηλικία των μικρών και των μεγάλων θρανίων,
    την αγαπώ καλύτερα
    απ’ ό,τι θα μπορούσε ν’ αγαπήσει κανείς τη μητέρα του,
    γιατί η μακρινή μου τώρα πολιτεία του Ταϋγέτου
    μ’ έθρεψε με τον αγέρα της το βουνίσιο,
    σε κείνη πρωτάκουσα τα στάχυα, πράσινα κύματα,
    που δίνουν στους Μανιάτες
    το σκληρό, φρυγμένο, κριθαρένιο ψωμί τους
    μαζί με τη σκληράδα της αντοχής και την αγάπη της ελευθερίας.
    Στην πλατεία όπου κάποτε ξεκίνησαν μια χούφτα άνθρωποι πολεμιστές
    τον ελεύθερο δρόμο της Καλαμάτας
    από κει περνούσαμε λιτανεύοντας τις εικόνες μας,
    από κει πηγαίναμε στων εξωκκλησιών μας τις αγρύπνιες
    και ψέλναμε ευλαβικά το τραγούδι της στη γιορτή της Θεοτόκου.
    Την καμπάνα σημαίναμε κάποτε παιδιά,
    τη βουερή στο ψηλό καμπαναριό της
    και καλούσαμε τους πιστούς, τους ξωμάχους
    να γυρίσουν απ’ τον κόπο της ημέρας.
    Το καλοκαίρι μάς έψηνε το σώμα η θάλασσα του Διρού,
    όπου μέσα στις σπηλιές αντηχούσε υπόκωφο το κύμα
    και στις φυρονεριές έβγαιναν τα καβούρια απ’ τη θαλάμη τους
    και τολμούσαν να παίζουν στις μαυριδερές πετρούλες.
    Πάνω στον Αϊ – Λιά υπάρχει άραγε η θεόρατη βαλανιδιά ακόμη
    που τη φανταζόμουν να σκούζει ολομόναχη μέσα στην αγριεμένη νύχτα
    πάνω από τη σάρα των μεγάλων πουλιών καθώς μανιάτισσα μοιρολογίστρα;
    Πόλη των παιδικών μου χρόνων, μ’ έλκεις καθώς όνειρο,
    δε θέλω να σε ξαναδώ και το ιδανικό σου φάντασμα να το χάσω.
    Το τραγούδι μου αυτό τ’ αφήνω στα πόδια σου, πόλη περήφανη,
    γιατί μ’ αγκάλιασες κάποτε πάνω στο γενναίο σου και πιστό κόρφο,
    τώρα προσεύχομαι μαζί με τους κατοίκους σου πάντα να ευτυχείς.

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Οι τρεις αδερφές

    Όταν για πάντα κοιμήθηκεν η μητέρα μας
    στο βουνίσιο κοιμητήρι του χωριού μας,
    η πρώτη μου αδερφή
    φύτεψε στη μικρή τοποθεσία του ύπνου της μιαν αγριοτριανταφυλλιά.
    Τον άλλο χρόνο η δεύτερή μου αδερφή μπόλιασε την αγριοτριανταφυλλιά
    και τις ημέρες του Μαΐου γεμίζει από τα τριαντάφυλλά της πλήθος.
    Η τρίτη αδερφή είμαι εγώ και μένω ακόμη στο χωριό.
    Κάθε άνοιξη από το χριστιανικό κοιμητήρι μας περνώ.
    Βλέπω τα κόκκινα τριαντάφυλλα και λέγω στη φίλη μου:
    «Να, εκεί κοιμάται για καλά η μητέρα μου
    και τ’ άλικα τριαντάφυλλα, μικρές σημαιούλες ζωής,
    στολίζουν την ανάπαυσή της
    σα να τρέφονται, σα να ’ναι το χαρούμενο αίμα της καρδιάς της,
    σαν το καλοσυνάτο αίμα της καρδιάς της, της καρδιάς μου».

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Αυτοβιογραφία

    Σε σπίτια θρήνου μεγάλωνα στο νότο
    κι ένα σπίτι θρήνου έχτισα στο βορρά·
    στην εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών
    ήμουν έφηβος ερασιτέχνης ψάλτης,
    στην Αρεόπολη της Μάνης,
    όπου ο δυνατός άνεμος,
    μερικές νύχτες με αυξημένη θύελλα,
    έπαιρνε στα χέρια του
    τη γλώσσα της ψηλής καμπάνας
    και την καμπάνιζε μέσα στη νύχτα·
    σε σπίτια θρήνου μεγάλωσα στο νότο
    κι ένα σπίτι θρήνου έχτισα στο βορρά,
    φυτευμένος εδώ στα βόρεια σύνορα της χώρας μου,
    δάσκαλος και ποιητής μαζί.

    Από τη συλλογή «Οι Μέτοχοι» (1987).

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Λωτοφάγοι

    Ήρεμα λοιπόν ας συλλογισθούμε
    τώρα που φυσάει ο άνεμος,
    ήρεμα να σιωπήσουμε
    τώρα όπου ο κάμπος είναι μια σταχοθάλασσα
    πράσινης τρικυμίας.
    Κύματα χωρίς ανάπαυση
    να παίζουν με τους ίσκιους τους,
    τους ίσκιους τους να χωνεύουν.
    Σίγουροι ν’ αγαπήσουμε σήμερα.
    Πολύ πολύ να κοιταχθούμεν
    όπως οι θεατές σε θέατρο κοιτάζονται,
    πριν η αυλαία τής σκηνής τα φώτα σβήσει
    και σε μια πράξη πρόκειται να ειπωθεί
    η μονοτονία τής στεριάς και του Ωκεανού το μεγαλείο.
    Σύντομοι θα χωρίσουμε,
    θα εξαφανισθούμε από τη σημερινή μας μνήμη
    στην καλή, την απέναντι χώρα των Λωτοφάγων,
    στην πλατιά, την ευρύπυλη χώρα των Λωτοφάγων.

    Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία την 1η Ιουνίου του 1967.

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Ύμνος του μόχθου

    Παρακολουθούσα κάποτε το πείσμα ενός μυρμηγκιού,
    αυτού του ελάχιστου πλάσματος που κήρυττε στην πράξη
    της εργασίας τον ύμνο
    με το θερινό του παράδειγμα·
    μετέφερε φορτίο πολύ στο σώμα του δυσανάλογο,
    ν’ αγκυλώνεται σε μη ομαλά μέρη,
    να εμποδίζεται από εσοχές κι εξοχές αγκαθιών
    κι αυτό να μην παραιτείται·
    ν’ αψηφάει τον άνεμο
    και να πηγαίνει πότε εμπρός
    και πότε πίσω από τον άνεμο·
    πότε κόντρα πότε υποχωρώντας λοξά,
    δίνοντας λιγότερη επιφάνεια
    για λιγότερη λήψη από τον άνεμο·
    στο τέλος να συνωστίζεται στη φωλιά, να περιμένει·
    να δυσκολεύεται και τέλος
    βρίσκοντας τη σειρά του και την ευκαιρία του
    να χάνεται στο βάθος της
    για να παραδώσει στους αποθηκάριους
    τον ανυποχώρητο το μόχθο του.

    Από τη συλλογή «Oι μέτοχοι» (1987)

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Σ’ αγαπώ

    Μά τις περαστικές ρυτίδες που αφήνει περνώντας
    πάνω στην επιφανειακή δερμάτινη ροή του
    κατεβαίνοντας στο ευθύ ποτάμι, ένας δυνατός αγέρας,
    μά το φυτό που στηρίζεται στη ρίζα του για να χαρίζει
    χωρίς να το γνωρίζει το άνθος τού γέλιου του, σ’ αγαπώ·
    μά το ράμφος το πεισματικό τού πετροκότσυφα
    που σκάβει το πρόσφατο χιόνι για την τροφή του, σ’ αγαπώ·
    μά τα πουλιά που γυρίζουν να κουρνιάσουν
    σε πρόχειρες ή χτισμένες φωλιές, σ’ αγαπώ·
    μά το γιομάτο φεγγάρι που στέκεται πάνω από το βουνό
    σαν ένα στρόγγυλο κι επίσημο πορφυρό πιάτο, σ’ αγαπώ.

    Από τη συλλογή Συνειδησιακό Υπόγειο του 1985.

  • ΠΟΙΗΜΑΤΑ
  • Πασσαλίσκοι

    Όταν οι σχηματισμοί των χελιδονιών πετούν
    πάνω από τη μεγάλη θάλασσα των αποδημιών τους,
    πολλές φορές παλεύοντας με τον άνεμο
    καθώς τον κόβουν με το μαχαίρι των φτερών τους,
    αφήνουν κάτι μικρές φωνούλες τα μεγαλύτερα
    στο σούσουρο του ανέμου,
    φωνίτσες γλυκές ενθάρρυνσης
    στα νέα αποδημητικά τους αδερφάκια,
    μικρές ομιλίες καρφωμένες
    στην κακοκαιρία
    σα φράγματα από πασσαλίσκους άμυνας
    στις δυσκολίες της ελευθερίας.

    Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία το 1967 και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Ύμνος στον Ήρωα Κωνσταντίνο Δαβάκη το 1979.